Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Μεταναστευτικά ρεύματα και κοινωνική ένταξη στην σύγχρονη Ελλάδα


Με αφορμή τη διαπίστωση ότι η Ελλάδα έχει, για μια ακόμη φορά, διαμορφωθεί σε χώρα υποδοχής μεταναστών, ο Π. Μαντζούφας θίγει τέσσερα ζητήματα που αφορούν στο μεταναστευτικό: τα παγκόσμια χαρακτηριστικά και οι ελληνικές ιδιαιτερότητες της μετανάστευσης, το νομικό καθεστώς των μεταναστών, η διαμόρφωση της εθνικής μας ταυτότητας και η απονομή ιθαγένειας στους μετανάστες δεύτερης γενιάς. Η μελέτη καταλήγει με ορισμένες σκέψεις για την κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών.

Είναι πρόδηλο ότι Ελλάδα έχει μετατραπεί από χώρα αποστολής μεταναστών σε χώρα υποδοχής, ενώ είναι προφανές ότι το μεταναστευτικό κύμα έχει επηρεάσει βαθιά την ελληνική κοινωνία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια καθώς συνέπεσε με μια περίοδο μακρόχρονης οικονομικής ανάπτυξης. Σε επίπεδο δημόσιων πολιτικών για την μετανάστευση διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες ρυθμίσεων: εκείνες που αφορούν στην ρύθμιση της ροής της μετανάστευσης και στον έλεγχο των μεταναστών και στις ρυθμίσεις που αφορούν στη ζωή των μεταναστών μέσα σε ένα κράτος, δηλαδή στα δικαιώματα τους και στην συμμετοχή τους στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας, αυτό που ονομάζουμε ενσωμάτωσή τους. Στo κείμενό μου θα προσπαθήσω να θίξω τέσσερα ζητήματα που αφορούν το μεταναστευτικό: τα παγκόσμια χαρακτηριστικά της μετανάστευσης και τις ελληνικές ιδιαιτερότητες (Α), το νομικό καθεστώς των μεταναστών (Β), τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε ιστορικά η εθνικής μας ταυτότητας και πως αυτό μπορεί να επηρεάσει την απονομή ιθαγένειας στους μετανάστες δεύτερης γενιάς (Γ) και τέλος την κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών (Δ).   
Α. Στο οικονομικό επίπεδο η Ελλάδα του 21ου αιώνα είναι ενταγμένη στην ΕΕ και στην ζώνη του ευρώ και σύμφωνα με τις στατιστικές του ΟΟΣΑ ανήκει στις τριάντα πλουσιότερες χώρες του πλανήτη με αντίστοιχες επιδόσεις στο δείκτη ποιότητας ζωής του ΟΗΕ. Στο πολιτικό επίπεδο βιώνει, μετά την μεταπολίτευση, το μακροβιότερο και σταθερότερο δημοκρατικό πολίτευμα στα 180 χρόνια του ανεξάρτητου βίου της, αφήνοντας πίσω της, εμφύλιες συρράξεις και διχασμούς, αυταρχικά καθεστώτα και πολιτική αστάθεια. Στο κοινωνικό επίπεδο, μετά την εξωτερική μετανάστευση της περιόδου 1950-1980, την μαζική εσωτερική μετανάστευση στα αστικά κέντρα -που δημιούργησε τον υδροκεφαλισμό της Αθήνας- και την ένταξη εκτεταμένων κοινωνικών στρωμάτων, από το περιθώριο που τους είχε θέσει το μετεμφυλιακό κράτος, στους μηχανισμούς κοινωνικής ανόδου, το σύγχρονο φαινόμενο της μετανάστευσης έχει δημιουργήσει μια νέα κοινωνική πραγματικότητα. Με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά της Ελλάδας και την γεωγραφική της θέση, σε συνδυασμό με τον Βαλκανικό περίγυρο και τις εντεινόμενες ανισότητες μεταξύ Βορά και νότου δεν είναι παράξενο που η χώρα μας προσελκύει μετανάστες. 
 Το γεγονός αυτό δεν είναι νέο για την Ελλάδα, -αν σκεφτούμε τη σταδιακή επέκταση του ελληνικού κράτους και το τεράστιο προσφυγικό ρεύμα μετά την μικρασιατική καταστροφή- ούτε αποκλειστικά ελληνικό. Αντίθετα τα μεταναστευτικά ρεύματα ήταν πάντοτε ανοιχτά, με αυξομειούμενη ένταση, ανάλογα την οικονομική και πολιτική συγκυρία, και ενισχυόμενα από τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και τις περιβαλλοντικές απειλές που συνταράσσουν τον πλανήτη. Οι άνθρωποι πάντοτε αναζητούσαν καλύτερη τύχη και περισσότερες ευκαιρίες για ευημερία, για εκπαίδευση, για ελευθερία και ήταν και είναι διατεθειμένοι να υποστούν θυσίες, στερήσεις και να αλλάξουν τόπους, προκειμένου να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους και να εκπληρώσουν τα όνειρά τους. Αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ. Όπως δεν θα σταματήσουν και ορισμένα στερεότυπα που αναπαράγονται συνεχώς και προσλαμβάνουν το μεταναστευτικό φαινόμενο φοβικά και αμυντικά.
 Ας σκιαγραφήσουμε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της μετανάστευσης, προσπαθώντας παράλληλα να καταρρίψουμε και τους αντίστοιχους μύθους που την περιβάλλουν. Καταρχήν, η μετανάστευση δεν είναι αποκλειστικά προϊόν φτώχειας και οικονομικής στασιμότητας, αλλά και αλλαγής του τρόπου παραγωγής των οικονομιών. Κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν ολοκλήρωσε την εκβιομηχάνισή του χωρίς να δεχθεί αλλά και να εξάγει ένα μεγάλο αριθμό μεταναστών. Οι μετανάστες δεν κατευθύνονται τυφλά όπου τους ρίξει η μοίρα, ούτε στην κοντινότερη πλούσια χώρα, αλλά εκεί που υπάρχουν δίκτυα ομοεθνών που διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους. Επιπλέον δεν είναι παρείσακτοι, ούτε απρόσκλητοι, αλλά πάνε εκεί όπου υπάρχει πραγματική ζήτηση υπηρεσιών, και κατά κανόνα συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας χώρας. Συνεπώς «δεν μας παίρνουν τις δουλειές», αλλά καλύπτουν πλήθος ανάγκες που δεν είχαν εργατικά χέρια, ενώ ζωντανεύουν και τις δημογραφικά γερασμένες κοινωνίες. Ειδικά για την Ελλάδα οι μετανάστες αύξησαν τις θέσεις εργασίας κατά 20% και συνέβαλλαν στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5% ετησίως, ενώ συγκράτησαν τον πληθωρισμό, κάλυψαν ελλείψεις σε ειδικότητες, αναζωογόνησαν περιοχές της υπαίθρου και καλλιέργειες που ήταν σε μαρασμό, γέμισαν σχολικές αίθουσες, ανέλαβαν οικιακές φροντίδες, επιτρέποντας κυρίως σε πολλές γυναίκες να εργάζονται, και εισέφεραν σημαντικά ποσά στα ασφαλιστικά ταμεία. Οι μετανάστες δεν αποδημούν για μόνιμη εγκατάσταση, αλλά πρωτίστως σκοπεύουν να παλινοστήσουν, άσχετως αν θα τα καταφέρουν, καθώς η επιστροφή στην πατρίδα, μετά από πολλά χρόνια, καθίσταται δύσκολη. Η Ευρώπη, αντίθετα με την κυρίαρχη μηντιακή κινδυνολογία, έχει χαμηλότερα ποσοστά μεταναστών(μεταξύ 12% και 15%) από τις άλλες περιοχές του πλανήτη, ενώ κατοικούν σε αυτή περίπου -με στοιχεία του 2006- 15.000.000 μετανάστες, δηλαδή μόνο το 3,5% του πληθυσμού. Συνεπώς η μετανάστευση είναι ένα καθολικό και διαχρονικό φαινόμενο.
Σήμερα, μετά τα μεγάλα τρομοκρατικά χτυπήματα σε Αμερική, Ισπανία και Αγγλία, προσλαμβάνουμε την μετανάστευση και ως απειλή στην ασφάλειά μας. Αντιλαμβανόμαστε το μεταναστευτικό ως ένα ζήτημα αστυνομικής διαχείρισης, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι η εξέταση των αιτημάτων ασύλου στην Ελλάδα ανήκει και στην αρμοδιότητα της αστυνομίας. Η αντιμετώπιση της μετανάστευσης με όρους ποινικής καταστολής που οδηγεί μια μεγάλη μάζα του μεταναστευτικού πληθυσμού σε ένα καθεστώς ομηρίας -καθώς η μετάβασή του στην νομιμότητα καθίσταται ατελέσφορη- εκτρέφει παραβατικές συμπεριφορές και τροφοδοτεί ένα αίσθημα ανασφάλειας τόσο στους μετανάστες όσο και στους πολίτες, καθώς αμφότεροι αισθάνονται απειλούμενοι. Η αύξηση της εγκληματικότητας οφείλεται στην φτώχια και την περιθωριοποίηση ανεξάρτητα αν αυτοί που βρίσκονται στο περιθώριο είναι μετανάστες ή μη. Μια πραγματικά ασφαλής κοινωνία δεν έχει μόνο αποτελεσματική αστυνομία, αλλά και οργανωμένη εκπαίδευση που σέβεται την ταυτότητα των μεταναστών, διαθέτει μηχανισμούς περίθαλψης που τους φροντίζουν, και σύγχρονη εργατική νομοθεσία που τους προστατεύει. Και τότε το πρόβλημα της ασφάλειας τίθεται σε άλλη βάση. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεκμηριωθεί στατιστικά η συμβολή των μεταναστών στην αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα μας. Τέλος, προτάσεις για μηδενική ανοχή και για πλήρες κλείσιμο των συνόρων στην λαθρομετανάστευση είναι μη πραγματιστικές και αφελείς. Καμιά χώρα δεν μπορεί να κλείσει ερμητικά τα σύνορά της, διότι τα σύνορα είναι εκ των πραγμάτων πάντοτε πορώδη. Οι δημοκρατικές κοινωνίες δεν μπορούν να εντείνουν υπερβολικά τα μέτρα καταστολής της λαθρομετανάστευσης, διότι αυτό θα αντανακλάται σε περιορισμούς της ελευθερίας των ίδιων των πολιτών. Η ανελευθερία απέναντι στους άλλους, μας κάνει μοιραία ανελεύθερους απέναντι στους εαυτούς μας.       
Για την Ελλάδα, η μετανάστευση και η παρουσία τόσο πολλών αλλοδαπών σε σχέση με το παρελθόν γύρω μας, εγειρεί ένα σωρό μείζονες προκλήσεις, οι σημαντικότερες εκ των οποίων είναι διανοητικής φύσεως. Τι εκπροσωπεί ο μετανάστης σε σχέση με το γηγενή πληθυσμό; Τι σημαίνει για την οικονομία μας, τον πολιτισμό μας, τις κοινωνικές μας σχέσεις, να συμβιώνουμε με αλλογενείς, αλλόθρησκους, ανθρώπους με άλλες συνήθειες και ήθη; Απειλούν την κοινωνική μας συνοχή, την εθνική και πολιτιστική μας ταυτότητα, την ασφάλεια μας, την ευημερία μας;
Η αναπόφευκτη εμπλοκή με παρόμοια ερωτήματα συνιστά μείζονα δοκιμασία για τις κατεστημένες και ιδεολογικά παγιωμένες αντιλήψεις που είχαμε για τους ίδιους μας τους εαυτούς. Όποιος έχει απέναντί του έναν «άλλο», μοιραία θα αναμετρηθεί με ερωτήματα γύρω από την δική του ταυτότητα, ιδίως όταν έχει συνηθίσει να ζει σε ένα περιβάλλον γλωσσικής, εθνοτικής και θρησκευτικής ομοιογένειας, και βαυκαλίζεται με ιδεολογήματα περί περιούσιου λαού και κληρονόμου αρχαιοελληνικών επιτευγμάτων. Η νεοελληνική αμφιθυμία γύρω από το ποιοι είμαστε -ένα εκκρεμές που κινείται ταχύτατα μεταξύ φαντασιακής μεγαλομανίας και απαξιωτικού αυτοοικτιρμού- ενώ προϋπήρχε του μεταναστευτικού, παροξύνεται από αυτό, καθώς το τελευταίο λειτουργεί ως καθρέφτης που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την εθνική μας ταυτότητα. Ο τρόπος αυτός αλλάζει και εξαιτίας των μεταναστών.
Συνεπώς προτείνω να αντιμετωπίσουμε το μεταναστευτικό ζήτημα όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως ένα πεδίο γύρω από το οποίο διανοίγεται ένα ευρύτατο φάσμα κοινωνικών φαινομένων, θέτοντας προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες για το μέλλον.
Β. Καταρχήν ποιοι είμαστε εμείς, οι σημερινοί έλληνες πολίτες, οι υπήκοοι του ελληνικού κράτους και ποιοι είναι οι μετανάστες, αυτοί που έρχονται από ένα άλλο κράτος, που είναι πολίτες μιας άλλης κρατικής οντότητας και που θέλουν να ζήσουν μαζί μας προσωρινά ή μόνιμα. Μια προσπάθεια περιγραφής του μεταναστευτικού φαινομένου πρέπει να ξεκινήσει από την καταγραφή των διαφόρων κατηγοριών μεταναστών με κριτήριο τα νομικά καθεστώτα στα οποία η ελληνική πολιτεία κατατάσσει τους αλλοδαπούς. 
Από την σκοπιά του νομικού, η διάκριση μεταξύ αλλοδαπού και ημεδαπού είναι καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπιση που επιφυλάσσει η ελληνική πολιτεία σε όσους διαμένουν στην χώρα. Θεμέλιο αυτής της διάκρισης είναι η κατοχή ή μη της ελληνικής Ιθαγένειας. Αρκετά από τα συνταγματικά δικαιώματα προϋποθέτουν την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, δηλαδή την ελληνική ιθαγένεια που είναι ο νομικός δεσμός ενός ατόμου με το ελληνικό κράτος.   
 Ο όρος μετανάστης ή αλλοδαπός συνιστά έναν όρο γένους που περιλαμβάνει πολλές και ποικίλες νομικές κατηγορίες ανθρώπων που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια και που απολαμβάνουν εντελώς διαφοροποιημένα και διακριτά καθεστώτα απόλαυσης δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια όσοι έχουν εισέλθει νόμιμα στη χώρα δηλαδή οι νόμιμοι μετανάστες υπάγονται σε πολλές κατηγορίες και η ελληνική πολιτεία τους επιφυλάσσει διαφορετική αντιμετώπιση.
Εκτός από αυτούς, υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία αλλοδαπών φυσικών προσώπων που είναι εκείνοι που εισέρχονται παράνομα στη χώρα (λαθρομετανάστες, οικονομικοί πρόσφυγες) και διαμένουν παράνομα σε αυτήν είτε εξαρχής, είτε διότι έχει λήξει η άδεια διαμονής τους και δεν έχει ανανεωθεί για διάφορους λόγους. 
Το νομικό καθεστώς των αλλοδαπών ρυθμίζεται από το Σύνταγμα και το δίκαιο καταστάσεως αλλοδαπών. Μεταξύ των αλλοδαπών πρέπει να διακρίνουμε τους Ευρωπαίους πολίτες -δηλαδή εκείνους που έχουν την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους της ΕΕ, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό, ως προς τα δικαιώματα, εξομοιώνονται με τους Έλληνες-, από τους υπηκόους τρίτων χωρών δηλαδή όσους δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους της ΕΕ.
Ο ισχύον ν. 3386/2005 ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες νόμιμης εισόδου και αδειοδότησης της διαμονής αλλοδαπών τρίτων χωρών. Εισάγει συνολικά 30 διαφορετικούς τύπους άδειας διαμονής ανάλογα με το λόγο για τον οποίο ένας αλλοδαπός ζητά να παραμείνει στην Ελλάδα. Οι λόγοι αφορούν σε εξαρτημένη εργασία ή ανεξάρτητη παροχή υπηρεσιών, ελεύθερο επάγγελμα, σπουδές, έρευνα, επαγγελματική κατάρτιση, ανθρωπιστικούς λόγους, οικογενειακή επανένωση, άδειες μακροχρόνιας διαμονής κλπ. Συνεπώς, οι κάτοχοι των αδειών συνιστούν το νόμιμο μεταναστευτικό πληθυσμό που προέρχεται από χώρες εκτός ΕΕ και έχει κυρίως κίνητρα οικονομικά και σκοπό τον βιοπορισμό ή την οικογενειακή επανένωση. Μια ειδική κατηγορία είναι οι αλλοδαποί δεύτερης γενιάς που γεννήθηκαν ή ήλθαν στην Ελλάδα σε μικρή ηλικία, ενηλικιώθηκαν εδώ, και εντάχθηκαν οι περισσότεροι στο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτοί διαφέρουν από τους γονείς τους, διότι η Ελλάδα είναι συνήθως η μόνη χώρα που γνωρίζουν και εδώ θέλουν οι περισσότεροι να ζήσουν. Οι πολλές εκκρεμότητες που χαρακτηρίζουν αυτή την κατηγορία (κυρίως ότι αντιμετωπίζονταν ως οικονομικοί μετανάστες βραχείας διαμονής) οδήγησαν τον νομοθέτη με το νόμο 3838/2010 να παράσχει σε όσους επιθυμούν την δυνατότητα απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας. Είναι ένα ζήτημα που θα εξετάσουμε και στην συνέχεια.
Με στοιχεία του Σεπτεμβρίου του 2009, όσοι διαθέτουν άδεια διαμονής αγγίζουν τις 620.000, εκ των οποίων οι 230.000 περίπου ανήκουν στους μετανάστες δεύτερης γενιάς. Από το σύνολο των μεταναστών το 70% (435.000) προέρχονται από την Αλβανία.
Σημαντική μερίδα του αλλοδαπού πληθυσμού που κατοικεί στην Ελλάδα είναι η κατηγορία των ομογενών. Ως τέτοιοι λογίζονται όσοι δεν έχουν ελληνική ιθαγένεια, αλλά έχει κριθεί ότι διαθέτουν ελληνική «εθνική καταγωγή» αλλά και εθνική συνείδηση. Ο ομογενής αλλοδαπός σύμφωνα με την νομολογία και την διοικητική πρακτική, πρέπει να πληρεί αντικειμενικά κριτήρια καταγωγής, τα οποία οφείλει να αποδεικνύει (γλώσσα, θρησκεία, ιστορία) και στην συνέχεια να πείσει τα αρμόδια όργανα για την εθνική του συνείδηση. Οι ομογενείς διακρίνονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες με κριτήριο το νομικό καθεστώς της διαμονής και μεταχείρισής τους στην Ελλάδα. Η πρώτη κατηγορία είναι οι ομογενείς από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι έτυχαν εξαρχής ευνοϊκής μεταχείρισης με στόχο να αποκτήσουν γρήγορα την ελληνική ιθαγένεια. Μέχρι σήμερα 200.000 από αυτούς έχουν αποκτήσει ελληνική ιθαγένεια, ενώ 4.000 από αυτούς έχουν αποκτήσει Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς διότι δεν ήθελαν την ιθαγένεια, ενώ εκκρεμούν περίπου 5.000 αιτήσεις για απόκτηση της.
Η δεύτερη κατηγορία ομογενειακού πληθυσμού είναι οι προερχόμενοι από την Αλβανία. Σε αυτούς η πολιτική που εφαρμόστηκε δεν κατέτεινε στην απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας αλλά στην χορήγηση ειδικών τίτλων-αδειών διαμονής και στην αναγνώριση ενισχυμένων δικαιωμάτων σε σχέση με τους άλλους αλλοδαπούς. Το 2006 η πολιτική αυτή άλλαξε με αποτέλεσμα να αποκτήσουν την ιθαγένεια περίπου 30.000 ομογενείς, ενώ παραμένουν περίπου 206.000 με ειδικά Δελτία Ταυτότητας Ομογενών. Η τρίτη κατηγορία αφορά όσους δεν περιλαμβάνονται στις παραπάνω κατηγορίες και διαθέτουν ειδικές άδειες ομογενούς από άλλες χώρες που εκδίδονται από αστυνομικές αρχές. Αυτοί είναι περίπου 3.000. Το σύνολο λοιπόν των αλλοδαπών με ειδικό καθεστώς ομογενούς ανέρχεται στις 217.000.
Ως προς τους Ευρωπαίους πολίτες εφόσον παραμείνουν παραπάνω από τρεις μήνες χρειάζονται -αν και ελάχιστοι τηρούν τις προβλεπόμενες διατυπώσεις- και αυτοί τίτλους διαμονής από την αστυνομία. Οι μόνιμα διαμένοντες πολίτες της ΕΕ στην Ελλάδα υπολογίζονται στις 126.000.
Μια επίσης σημαντική κατηγορία είναι οι αλλοδαποί που απολαμβάνουν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τους πρόσφυγες και όσους εμπίπτουν στο καθεστώς επικουρικής προστασίας. Πέραν της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του Πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967 για τους πρόσφυγες, η ΕΕ στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής για το άσυλο έχει εκδώσει μια σειρά οδηγίες οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην εσωτερική έννομη τάξη και οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις και διαδικασίες για την αναγνώριση ενός προσώπου ως πρόσφυγα. Δικαίωμα παραμονής στη χώρα έχουν και οι αιτούντες άσυλο στους οποίους μπορεί να αναγνωριστεί προσωρινά η δυνατότητα απασχόλησή τους. Όσον αφορά το ανθρωπιστικό καθεστώς, οι σχετικές ρυθμίσεις δεν ανάγονται στο κοινοτικό καθεστώς αλλά εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του κράτους εφόσον διαπιστώσει ότι συντρέχουν λόγοι ανθρωπιστικού χαρακτήρα στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Όλους τους παραπάνω τίτλους διαμονής τους χορηγούν οι αστυνομικές αρχές της χώρας. Μέχρι σήμερα το σύνολο όσων έχουν αιτηθεί άσυλο είναι 46.000 (Αύγουστος 2009), ενώ όσοι ανήκουν στα προηγούμενα καθεστώτα είναι περίπου 2000. Η Ελλάδα κατέχει το μικρότερο ποσοστό χορήγησης ασύλου (0,04%) μεταξύ όλων των χωρών και αρνείται την προσφυγική ιδιότητα σε ανθρώπους που δικαιούνται διεθνούς προστασίας.
Τέλος, σημαντική είναι η κατηγορία των αλλοδαπών που διαμένουν στην Ελλάδα, ωστόσο η διαμονή τους δεν είναι νόμιμη. Όταν μιλάμε για τους παράνομους μετανάστες εννοούμε τους αλλοδαπούς που εισήλθαν και διαμένουν παράνομα στην Ελλάδα χωρίς να τους έχει αναγνωριστεί ένα καθεστώς νόμιμης διαμονής, καθώς και εκείνοι που παραβίασαν τους όρους της νόμιμης διαμονής που τους είχε αναγνωριστεί στο παρελθόν και ανεξάρτητα της κατηγορίας στην οποία υπάγονταν (ομογενείς, πρόσφυγες, ανθρωπιστική προστασία, λήξη και μη ανανέωση ετήσιας άδειας διαμονής κλπ). Στην χώρα μας μεταξύ 1998 και 2007 έχουν υλοποιηθεί διαδοχικά προγράμματα νομιμοποίησης διαμονής με συνέπεια οι περισσότεροι που διαμένουν παράνομα στη χώρα να μην τους είχε αναγνωριστεί στο παρελθόν το καθεστώς της νόμιμης διαμονής, ή να είχαν υποβάλλει αίτημα ασύλου το οποίο απορρίφθηκε. Στην Ελλάδα συλλαμβάνεται το 75% των παράνομα εισερχομένων στην ΕΕ, γι’ αυτό απαιτείται μεγαλύτερη ενεργοποίηση της Frontex, της υπηρεσίας της ΕΕ για την φρούρηση των εξωτερικών συνόρων με την αποστολή πλοίων, αεροπλάνων και ειδικευμένου προσωπικού κυρίως στα ανατολικά σύνορά μας με την Τουρκία. Κατά τα φαινόμενα η παράνομη μετανάστευση πανευρωπαϊκά δεν είναι εύκολο να ανακοπεί, ενώ ειδικά στην χώρα μας έχει πλήρως εκφυλιστεί η διάκριση μετανάστη από πρόσφυγα. Ειδικά η Ελλάδα -και η Ιταλία- λόγω της γεωγραφικής της θέσης διευκολύνει αφάνταστα το έργο των οργανωμένων δικτύων διακίνησης λαθρομεταναστών.
Οι παράνομοι μετανάστες απομακρύνονται από τη χώρα με το θεσμό της διοικητικής απέλασης για την εκτέλεση της οποίας ο μετανάστης μπορεί να κρατηθεί έως και 12 μήνες (άρθρο 48 ν. 3772/2009), ενώ μπορεί να απελαθεί ακόμα και αν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών μηνών, παραβιάζοντας έτσι και την ΕΣΔΑ. Στην πράξη η απέλαση εφαρμόζεται δύσκολα όταν ο αλλοδαπός έχει μακροχρόνιους δεσμούς με την χώρα (π.χ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα ή είναι μακροχρόνια διαμένων)και έτσι οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές επιδεικνύουν επιείκεια, ενώ παραμένει ανεκτέλεστη στις περιπτώσεις που οι αλλοδαποί -συνήθως χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα- προέρχονται από μη συνεργάσιμες χώρες[1]. Οι συγκεκριμένοι αλλοδαποί παραμένουν στη χώρα σε ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς ανοχής χωρίς δικαιώματα και χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αξιοπρεπούς επιβίωσης. Ουσιαστικά είναι μη απελάσιμοι και χωρίς χαρτιά και ως εκ τούτου πιεζόμενοι από την ανέχεια και την εξαθλίωση εξωθούνται σε παράνομες συμπεριφορές αλλά και γίνονται αντικείμενο άγριας οικονομικής εκμετάλλευσης. Αξιόπιστα στοιχεία για τον αριθμό των παράνομων μεταναστών δεν μπορούν να υπάρχουν, καθώς ο αριθμός συλλήψεων που αναφέρει η αστυνομία αφορά σε επεισόδια και όχι σε άτομα. Το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής, με στοιχεία του 2008, τους υπολογίζει σε 200.000 -με αυξητικές τάσεις- με πλειοψηφία τους αλβανούς πολίτες (ποσοστό 40%) και σημαντικά ποσοστά από Αφγανιστάν, Ιράκ, Πακιστάν, Σομαλία και Παλαιστίνη.
Συνοπτικά και με βάση τα παραπάνω στοιχεία το ποσοστό των αλλοδαπών που εισήλθαν στην χώρα τα τελευταία είκοσι χρόνια προσεγγίζει το 1.400.000 ανθρώπους, περιλαμβανομένων των ομογενών που απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια και όσων διαμένουν νόμιμα και παράνομα. Η ύπαρξη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων αποτελεί την αναγκαία βάση για την οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση πάνω στο θέμα.
Γ. Ένα βασικό ερώτημα που ανακύπτει και προηγείται της παρούσας συζήτησης για την απονομή της ιθαγένειας σε μετανάστες δεύτερης γενιάς είναι να εξετάσουμε ιστορικά και εντελώς συνοπτικά τους όρους διαμόρφωσης της εθνικής μας ταυτότητας από καταβολής νεοελληνικού κράτους. Πολίτες σύμφωνα με τα επαναστατικά συντάγματα του 1821, λογίζονταν οι αυτόχθονες χριστιανοί ορθόδοξοι καθώς και οι φιλέλληνες που ήλθαν να συνδράμουν την επανάσταση. Μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους το 1830, ο ελληνικός εθνικισμός έθεσε το στόχο της Μεγάλης Ιδέας (Ι. Κωλλέτης 1848) δηλαδή της συμπερίληψης στον εθνικό κορμό όσων ζουν εκτός επικράτειας μιλούν την ελληνική γλώσσα και είναι χριστιανοί, δηλαδή των αλύτρωτων Ελλήνων. Από τότε υπήρχε αυτή η ιδιαιτερότητα της διαίρεσης του έθνους μεταξύ όσων ζουν εντός του κράτους και όσων διαμένουν εκτός της επικράτειας, αλλά με σαφή αναγνώριση του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της Μεγάλης Ιδέας.
Η διαίρεση αυτή απέκτησε οξύτητα στην Εθνοσυνέλευση του 1844 λόγω της διαμάχης αυτοχθόνων-ετεροχθόνων, αλλά και μετά την υποδοχή ενός τεράστιου αριθμού προσφύγων στη μικρασιατική καταστροφή. Το ελληνικό κράτος στην προσπάθειά του να εντάξει στους κόλπους του όσους ενσωματώθηκαν στην ελληνική κοινωνία μετά τους επιτυχημένους Βαλκανικούς πολέμους και την υποδοχή των προσφύγων, υιοθέτησε μια ευρεία και ευέλικτη αντίληψη περί έθνους και υποδύθηκε σε μια τεράστια προσπάθεια αφομοίωσης του πληθυσμού που εισέρρευσε στη χώρα, προσπαθώντας παράλληλα να μειώσει τα πραγματικά μειονοτικά μεγέθη (Τσάμηδες, Βλάχοι, Αρβανίτες) όπου μπορούσε -ακόμα και με αφαίρεση της ιθαγένειας στους μειονοτικούς και στους κομμουνιστές μετά τον εμφύλιο- και παράλληλα να εντείνει τις προσπάθειες εθνικής και θρησκευτικής ομογενοποίησης του πληθυσμού. Μετά την οριστικοποίηση των συνόρων του έθνους-κράτους το 1923 και ειδικά μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η αντίληψη για το ποιος είναι Έλληνας συγκροτείται μέσα από ένα συνδυασμό αποκλεισμών και υπερίσχυσης κριτηρίων καταγωγής και εθνικής συνείδησης.
Επειδή πάντα η εθνική ταυτότητα συγκροτείται σε αντιπαράθεση με κάποιον «έτερο» που προσλαμβάνεται ως εχθρός, από τα χρόνια της επανάστασης του 1821, ως κυρίαρχη αντίπαλη ετερότητα, θεωρήθηκε η οθωμανική μουσουλμανική αυτοκρατορία και αργότερα το τουρκικό έθνος. Από τότε το γένος -ένας όρος συναισθηματικά φορτισμένος που παραπέμπει στο προνεωτερικό σύνολο των χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας- αποκτά κεντρική σημασία, καθώς η ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας μετά το 1923 σφραγίζεται από την διάκριση ομογενείς-αλλογενείς. Ομογενής χαρακτηρίζεται εκείνος που έχει κοινή καταγωγή δηλαδή δεσμούς αίματος με την ευρύτερη οικογένεια του έθνους. Έτσι οι αλλοδαποί μπορεί να είναι, είτε ομογενείς, είτε αλλογενείς έχοντας διαφορετικές πιθανότητες να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Η καταγωγή είναι ένα στοιχείο απόλυτο και συμπαγές που δεν αποδεικνύεται και ως εκ τούτου δεν αμφισβητείται, όπως η γλώσσα και η θρησκεία, ενώ είναι κατάλληλο για σταθερές διακρίσεις και μόνιμους αποκλεισμούς. Συνεπώς από την συνοπτική αναδρομή στην ελληνική ιστορία από την ίδρυση του κράτους μέχρι σήμερα έχουν μεταβληθεί πολλές φορές οι κυρίαρχες αντιλήψεις τόσο για το ποιος είναι Έλληνας όσο και για το ποιος είναι ξένος. Άλλοτε κριτήριο της ελληνικότητας ήταν η θρησκεία (επαναστατικά Συντάγματα, Συνθήκη Λωζάνης), άλλοτε η γλώσσα (Κ. Παπαρηγόπουλος) και άλλοτε η εθνική καταγωγή και συνείδηση. Αντίστοιχες αλλαγές είχαμε και στον ορισμό του ξένου, έτσι ώστε αρχικά να περιλαμβάνει τους μουσουλμάνους Τούρκους, κατόπιν τους ορθόδοξους Βούλγαρους, μετά τις μειονότητες εντός του κράτους και τέλος τους ξένους μετανάστες. Κατά τούτο, οι αντιλήψεις περί της εθνικής ταυτότητας ακολούθησαν μια περίπλοκη ιστορική διαδρομή γεμάτη αντιφάσεις και παλινωδίες. Συνεπώς η εθνική μας ταυτότητα εξελίσσεται και εξαιτίας των συναντήσεων μας με άλλους πληθυσμούς οι οποίοι είναι φορείς πολιτισμού. Με βάση τα παραπάνω, το ξενοφοβικό στερεότυπο περί πολιτισμικής «αλλοίωσης» των Ελλήνων από τους μετανάστες αποτελεί μύθο, διότι βασίζεται στο ιδεολόγημα της πολιτιστικής μας «καθαρότητας», ενώ είναι σαφές ότι τόσο η δικιά μας ιστορία όσο και η ιστορία των περισσοτέρων λαών διαμορφώθηκε μέσα από διασταυρώσεις και επικοινωνία με άλλους λαούς. 
Σήμερα με τα νέα δεδομένα που έχουμε ενώπιόν μας, γίνεται μια προσπάθεια με το νέο νόμο για την ιθαγένεια να επιλυθεί μια μεγάλη ιστορική αντίφαση. Πώς είναι δυνατόν ένα έθνος-κράτος που συγκροτήθηκε μέσα από διαδοχικές αλλαγές συνόρων και επεκτάσεων, που υποδέχθηκε μεγάλα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα και που διαπνεόταν επί έναν αιώνα από μια αλυτρωτική πολιτική, να υιοθετεί ως κριτήριο ιθαγένειας την εξαιρετικά ασαφή και δύσκολα προσδιορίσιμη έννοια της κοινής καταγωγής και του δικαίου του αίματος. Υπό τις παρούσες συνθήκες των μεταναστευτικών ρευμάτων που εισρέουν και έχουν παγιωθεί στην χώρα μας συνιστά αναχρονισμό να συγκροτείται η ιδιότητα του πολίτη και το δικαϊκό πλαίσιο της ιθαγένειας επί την βάση μιας σταθερής και αναλλοίωτης εθνικής ταυτότητας που βασίζεται στην καταγωγή και το αίμα.
Το ζήτημα της ιθαγένειας και της αναγνώρισής της πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζεται ως ένα ιδεολογικό φετίχ μέσω του οποίου διαχειριζόμαστε κάτι πολύτιμο και αναλλοίωτο. Είναι ένα ζήτημα βαθύτατα πολιτικό, που συνδέεται με το εκάστοτε εθνικό συμφέρον του κράτους (κοινωνική συνοχή και ειρήνη) που παραχωρεί ή στερεί ένα πρόσωπο από μια δυνατότητα και εξαρτάται άρρηκτα από την ιστορική συγκυρία και τα δεδομένα της μετανάστευσης στην εκάστοτε χώρα. Γι’ αυτό και τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη τροποποιούν τους κώδικες ιθαγένειάς τους -κορυφαίο παράδειγμα η Γερμανία με την εγκατάλειψη του δικαίου του αίματος στον νέο κώδικα ιθαγένειας του 2000- και τα κριτήρια που υιοθετούν για την απόκτησή της. Μάλιστα το μεγαλύτερο ποσοστό Ευρωπαϊκών χωρών -περίπου το 60%- παραχωρεί την ιθαγένεια σε όσους έχουν γεννηθεί στη χώρα, είτε αυτόματά, είτε μετά από 3 ή 5 χρόνια.
Μέχρι πρότινος η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα που δεν είχε θεσμοθετήσει καμιά ειδική ρύθμιση για την δεύτερη γενιά μεταναστών. Σε αυτή την ανάγκη απαντάει ο νόμος 3838/2010 παρέχοντας ιθαγένεια στα τέκνα νόμιμων αλλοδαπών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα ή έχουν πάει για έξι χρόνια σχολείο. Επιπλέον αναγνωρίζει το δικαίωμα του εκλέγειν στους αλλοδαπούς στις δημοτικές εκλογές -κάτι που κάνουν οι μισές από τις 27 χώρες της ΕΕ- καθώς και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε θέσεις δημοτικού συμβούλου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που αφορούν κυρίως στην συμπλήρωση ορισμένου χρόνου νόμιμης διαμονής στη χώρα. Έχει αποδειχθεί ότι νομιμοποιώντας έναν μετανάστη τον κάνεις περισσότερο παραγωγικό, τον εντάσεις στο ασφαλιστικό και φορολογικό σου σύστημα και εκμεταλλεύεσαι την παραγωγική του δύναμη. Ειδικά όταν ο μετανάστης αποκτά ιθαγένεια, αλλάζει πλήρως η στάση του απέναντι στο κράτος.
Εντελώς σχηματικά και για να διαπιστώσει κανείς την ιστορική σχετικότητα των πραγμάτων που φαντασιωνόμαστε ως απόλυτα και διαρκή, μέχρι το 1923 Έλληνας γινόσουν, μετά το 1923 Έλληνας γεννιόσουν, ενώ σήμερα με το νέο κώδικα Έλληνας γεννιέσαι αλλά και γίνεσαι.
Δ. Οι παραπάνω αναφορές επισημαίνουν τα πραγματολογικά δεδομένα και τα νομικά χαρακτηριστικά του μεταναστευτικού φαινομένου, δεν απαντούν όμως στο ουσιαστικό ερώτημα των σχέσεων μεταξύ του μετανάστη και του Έλληνα πολίτη. Είναι σαφές ότι η μόνιμη παρουσία των μεταναστών υπήρξε ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τους Έλληνες. Αποκάλυψε την σχετικότητα των αξιών, των ηθών και των συνηθειών μας και κυρίως ανέδειξε τον υποκριτικό χαρακτήρα της διακηρυσσόμενης πίστης μας στην καθολική ισότητα των ανθρώπων. Επίσης, ανέδειξε τα δικαιοκρατικά ελλείμματα της ελληνικής πολιτείας. Όσο ανοργάνωτη και μεροληπτική είναι η διοίκηση απέναντι στους Έλληνες, τόσο χειρότερη είναι απέναντι στους μετανάστες. Μολονότι ελάχιστοι θα το ομολογούσαν δημοσίως, σε πολλές συμπεριφορές μας αντικατοπτρίζεται η αντίληψη ότι οι μετανάστες, ως ξένοι, είναι ηθικά κατώτεροι από το ντόπιο πληθυσμό. Γι’ αυτό όταν η στυγερή οικονομική εκμετάλλευση, η ρατσιστική βία και τα αρνητικά στερεότυπα αφορούν σε μετανάστες, οι αντιδράσεις μας χαρακτηρίζονται, στην καλύτερη περίπτωση, από αμηχανία. Σταδιακά και χωρίς να το έχουμε απόλυτα συνειδητοποιήσει, συνηθίσαμε να αποδεχόμαστε ως απολύτως δικαιολογημένες και αυτονόητες τις κοινωνικές διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων με βάση την ελληνικότητά τους ή μη. Αυτή η στάση πρέπει να αλλάξει.
Ο διάλογος με τον μετανάστη προϋποθέτει πάντοτε μια προσπάθεια, μια κατάκτηση, μια κοινή ηθική ως βάση συνύπαρξης. Αποδεχόμενοι τις διαφορές και αναγνωρίζοντας την κοινή μας ανθρωπιά και την κοινή μας ιδιότητα του πολίτη, μπορούμε να ζούμε με τους άλλους ανεξάρτητα από τις διαφορές που μας χωρίζουν από αυτούς.    
Αν συμφωνήσουμε ότι οι μετανάστες δεν αποτελούν εφήμερο και παροδικό φαινόμενο αλλά ένα οργανικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και ιστορίας θα πρέπει να επεξεργαστούμε ένα συνολικό σχέδιο μεταναστευτικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ένα όραμα για το μέλλον, για το τι είδους κοινωνία θέλουμε να συνδιαμορφώσουμε με τους μετανάστες καθώς και ένα σύνολο μέτρων, αποφάσεων και νόμων, κοινών με τους άλλους Ευρωπαίους, αλλά και προσαρμοσμένων στις εθνικές ιδιαιτερότητες, ώστε να είμαστε ρεαλιστές αλλά και ανθρωπιστές. Στοιχεία μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει την μετανάστευση όχι ως αρνητική απειλή αλλά ως θετική πρόκληση, θα πρέπει να είναι η νομιμοποίηση, η κοινωνική ένταξη, η ελληνική υπηκοότητα στα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, ο αποτελεσματικός έλεγχος των συνόρων και της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας και τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα. Σκοπός αυτών των δράσεων και των πολιτικών είναι να βγάλουμε τους μετανάστες από ένα καθεστώς ημιπαρανομίας και να διευρύνουμε συνεχώς την ιδιότητα του πολίτη με ένα πνεύμα ισοπολιτείας, δηλαδή δημιουργώντας ένα χάρτη δικαιωμάτων του μετανάστη το οποίον θα σέβονται και θα τηρούν όλοι. Ελπίδα αυτών των θεσμών θα πρέπει να είναι ο μέσος Έλληνας πολίτης να διαμορφώσει μια πολιτισμική στάση που να διακρίνεται από αμοιβαιότητα και αλληλοαναγνώριση. Ουσιαστικά να δημιουργήσουμε μια νέα συνείδηση του πολίτη που να είναι απαλλαγμένη από ρατσιστικές επιρροές που δεν βλέπει στους μετανάστες πρόσωπα προς οικονομική εκμετάλλευση, ούτε ως διαφορετικούς που πρέπει να ανεχόμαστε και να υπομένουμε, αλλά ως μια επένδυση για το μέλλον.


Η μελέτη αποτελεί προδημοσίευση από τον Τιμ. Τόμο για τον Καθηγητή Γιώργο Παπαδημητρίου. 

Der Spiegel: Αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ζητά το ΔΝΤ


Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο φέρεται να αμφισβητεί την επιτυχία της προσπάθειας που πραγματοποιεί η Ελλάδα και πιέζει να γίνει σύντομα μία αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας. Τη θέληση του ΔΝΤ φανέρωσαν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του οργανισμού σε συνομιλίες που είχαν με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Το ΔΝΤ επιδιώκει με αυτό τον τρόπο αλλαγή στρατηγικής. Το Spiegel υποστηρίζει: «Είναι φανερό ότι το Ταμείο δεν πιστεύει πλέον ότι η οικονομία της χώρας θα μπορέσει να εξυγιανθεί με τα μέτρα που έχουν παρθεί μέχρι τώρα. Είναι παραίτηση η μείωση του χρέους που αυτή τη στιγμή αγγίζει το 150% του ΑΕΠ, τονίζουν οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ στους Ευρωπαίους αξιωματούχους». Στα μέτρα που φέρεται να προτείνει το ΔΝΤ είναι το «κούρεμα» του χρέους, η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής ή μείωση του επιτοκίου.
Οι τρεις αυτές εναλλακτικές θα μπορούσαν να επιτευχθούν με τους κατόχους ελληνικών χρεογράφων να δεχθούν μείωση των κερδών τους. Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να ξεκινήσει συνομιλίες με τους πιστωτές της και να τους ανακοινώσει τη σχεδιαζόμενη αναδιάρθρωση.
Μάλιστα, το γερμανικό περιοδικό υπογραμμίζει ότι «το ΔΝΤ φοβάται ακόμη να ανακοινώσει αυτή την πρόταση που μελετάει, καθώς υπολογίζει ότι η επίσης υπερχρεωμένη Πορτογαλία θα αντιμετωπίσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα.
Παπακωνσταντίνου: Καμία πιθανότητα αναδιάρθρωσης
Ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου απέκλεισε σήμερα την πιθανότητα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους.
«Δεν υπάρχει καμία απολύτως πιθανότητα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους», δήλωσε ο κ. Παπακωνσταντίνου στο πρακτορείο Reuters όταν ρωτήθηκε σχετικά με το άρθρο του γερμανικού περιοδικού Spiegel το οποίο αναφέρει ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) πιέζει την Ελλάδα να προχωρήσει σύντομα σε αναδιάρθρωση.
«Όσοι (μιλούν για αναδιάρθρωση) δεν κατανοούν ότι το κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο από τα οφέλη», υπογράμμισε ο κ. Παπακωνσταντίνου από την Ιταλία όπου βρίσκεται.
Εξάλλου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν πιστεύει ότι υπάρχει λόγος η Ελλάδα να προχωρήσει τώρα σε αναδιάρθρωση.
«Έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα στήριξης (της ελληνικής οικονομίας) και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αρχίσουμε τώρα να σκεφτόμαστε την πιθανότητα της αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας», δήλωσε ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γιενς Μέστερ.
Διαψεύδει το δημοσίευμα το ΔΝΤ
Από την πλευρά του, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διέψευσε το άρθρο του γερμανικού περιοδικού Spiegel. «Όπως έχουμε πει επανειλημμένα το ΔΝΤ υποστηρίζει τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης όσον αφορά τη μη αναδιάρθρωση χρέους και την αποφασιστικότητά της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της», δήλωσε μία εκπρόσωπος του ΔΝΤ στο πρακτορείο Reuters.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Tο χρονικό διόγκωσης του δημόσιου χρέους, 1980-2005


Δεκαετία του 1980: η ρίζα του κακού
H διόγκωση του δημόσιου χρέους ξεκίνησε στη δεκαετία του 1980, επί «σοσιαλιστικής» διακυβέρνησης και υπήρξε ραγδαία. Aπό 28,6% του AEΠ (σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης) το έτος 1980 (από τα χαμηλότερα τότε μεταξύ των χωρών-μελών της μετέπειτα E.E.-15 και 10 εκατ. μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών αυτών) ανήλθε σε 54,7% του AEΠ το 1985. Δηλαδή, σε πέντε μόλις χρόνια, σχεδόν διπλασιάστηκε.
Mετά τη ραγδαία αυτή άνοδο και αφού οι δυσμενείς επιπτώσεις από την υπερχρέωση της χώρας είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές (ενδεικτικά: η δαπάνη για πληρωμή τόκων από 2,0% του AEΠ το 1980 είχε ανέλθει στο 4,9% το 1985), η τότε κυβέρνηση αντελήφθη το πρόβλημα που είχε δημιουργήσει, αλλά δεν το ομολόγησε. Περίμενε πρώτα να κερδίσει τις εκλογές του 1985 και αμέσως μετά αποφάσισε να ασκήσει περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, με αποτέλεσμα να μειωθεί ο ξέφρενος ρυθμός διόγκωσης του δημόσιου χρέους, κατά την επόμενη τετραετία. Eν συνεχεία όμως, λόγω των εκλογών του 1989, η περιοριστική πολιτική ανεστάλη (γνωστό το «Tσοβόλα δώσ' τα όλα») και το δημόσιο χρέος εκτινάχτηκε στο 80,7% του AEΠ το έτος 1990. (Aν και, όπως απεδείχθη αργότερα, το ποσοστό αυτό ήταν πλασματικό.)
Aπό τις πιο πάνω εξελίξεις γίνεται φανερό ότι ο εφιάλτης του δημόσιου χρέους, που ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να ταλανίζει την ελληνική οικονομία, έχει τις ρίζες του στην οικονομική πολιτική που ασκήθηκε στη δεκαετία του 1980. H οποία, δεν είναι υπερβολή να λεχθεί, υπήρξε η πιο καταστρεπτική για την ελληνική οικονομία κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ποια όμως ήταν η οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε τότε και ποιοι ήταν οι στόχοι της;
Oσοι παρακολουθούσαν τις εξελίξεις εκείνη την εποχή θυμούνται ότι ένα από τα επικοινωνιακά συνθήματα της τότε κυβέρνησης ήταν: «η αναθέρμανση της οικονομίας». Tην οποία «αναθέρμανση» (αναζωογόνηση της εγχώριας παραγωης μετά τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις που είχαν προηγηθεί) ορισμένοι αδαείς περί τα οικονομικά αξιωματούχοι της περιόδου εκείνης φαντάστηκαν ότι θα επετύγχαναν μέσω τεχνητής αύξησης της ζήτησης (παρερμηνεύοντας προφανώς τη θεωρία του Keynes), με γενναίες εισοδηματικές ενισχύσεις (προερχόμενες από δανεισμό) προς επιλεγμένες ομάδες πολιτών, τους καλουμένους γενικώς και αορίστως «μη προνομιούχους». Eνα σύνθημα χωρίς σαφές κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά με ευρέος φάσματος πελατειακή σκοπιμότητα.
H εισοδηματική αυή πολιτική είχε ως συνέπεια την ισοπέδωση της κλίμακας αμοιβής εργασίας (μεταξύ υψηλόβαθμων και χαμηλόβαθμων, ικανών και ανίκανων, εργατικών και ακαμάτηδων) και τον ευτελισμό των εννοιών «έφεση προς εργασία» και «παραγωγικότητα της εργασίας». Tαυτόχρονα, έγινε ό,τι ήταν δυνατόν για να υποβαθμισθεί ο ρόλος της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, ενώ αυξήθηκε υπέρμετρα ο αριθμός (και η κομματική επιρροή) των κρατικοδίαιτων εργαζομένων. Eτσι, με την πολιτική αυτή επόμενο ήταν να εξαρθρωθεί η παραγωγική δομή της χώρας. Συνεπώς, δεν είναι τυχαίο ότι στη διάρκεια της δεκαετίας αυτής η παραγωγικότητα της εργασίας στην Eλλάδα μειώθηκε κατά 5,5% (έναντι αύξησης 20,1% στην E.E.-15), το πραγματικό AEΠ αυξήθηκε μόλις κατά 6,8% (έναντι αύξησης 26,5% στην E.E.-15), η ανεργία διογκώθηκε από 2,7% το 1980 σε 7,0% το 1990 (από 5,8% σε 7,8% αντιστοίχως στην E.E.-15), η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, παρά τις αλλεπάλληλες υποτιμήσεις της δραχμής, κατέρρευσε και το έλλειμμα του Iσοζυγίου Πληρωμών παρουσίασε πρωτοφανή διεύρυνση. (Για περισσότερα στοιχεία, βλ. ΥΠΕΘΟ Δ/νση Μακροοικονομικής Ανάλυσης «Η ελληνική οικονομία 1960-1997», Αθήνα 1998.)
1990-1993: η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης
Στο τέλος της δεκαετίας του 1980 είχε πλέον καταστεί απόλυτα σαφές ότι το δημόσιο χρέος αποτελούσε μεγίστη απειλή για την οικονομία της χώρας και, ιδία, για το οικονομικό μέλλον της νέας γενεάς Ελλήνων πολιτών που θα εκαλούντο να το αποπληρώσουν. Συνεπώς, κάθε κυβέρνηση είχε υπέρτατο καθήκον να λάβει δραστικά μέτρα κατά της απειλής αυτής. Το έργο αυτό ανέλαβε να φέρει εις πέρας η κυβέρνηση της Ν.Δ. (Απρίλιος 1990 - Οκτώβριος 1993) παρά το υψηλό πολιτικό κόστος και τις βίαιες αντιδράσεις του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού. Η σχετική προσπάθεια απέδωσε τα μέγιστα, αλλά τα αποτελέσματα, για τους λόγους που αναφέρονται κατωτέρω, καθυστέρησαν να εμφανιστούν.
Η πρόοδος που σημειώθηκε στο χρονικό αυτό διάστημα υπήρξε εντυπωσιακή, όπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις δύο βασικών δημοσιονομικών μεγεθών: πρώτον, από την αναστροφή του πρωτογενούς αποτελέσματος του ΓΚΠ (καθαρά έσοδα μείον δαπάνες πλην τόκων) από έλλειμμα σε πλεόνασμα (αρχής γενομένης από το έτος 1992) και, δεύτερον, από τον σταδιακό περιορισμό της αυξητικής επίδρασης και, εν συνεχεία (από το 1994 και μετά), τη μεταστροφή του αποτελέσματος ενδοκυβερνητικών συναλλαγών (ΟΤΑ, ΟΚΑ, λοιπά ΝΠΔΔ) σε παράγοντα μειωτικό για το Δ.Χ. (βλ. πίν. 1, στήλη 5). Θα πρέπει δε να αναφερθεί ότι η σωτήρια για τη μετέπειτα πορεία του Δ.Χ. μεταστροφή αυτή ήταν αποτέλεσμα τολμηρής κυβερνητικής παρέμβασης στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης με τον Ν. 2084/92 (τον γνωστό ως «νόμο Σιούφα»), προϊόντα του οποίου υπήρξαν οι αργότερα ανακαλυφθείσες «άσπρες τρύπες».
Ωστόσο, οι πιο πάνω ουσιαστικές για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας δημοσιονομικές παρεμβάσεις δεν φάνηκε να ανακόπτουν την περαιτέρω διόγκωση του Δ.Χ. Το οποίο εξακολούθησε να αυξάνεται για να φτάσει στο 111,6% του ΑΕΠ (σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης) το έτος 1993. Ομως, η δυσμενής αυτή βραχυχρόνια εξέλιξη θα πρέπει να αποδοθεί σε δύο πρόσθετους παράγοντες, άσχετους με την ακολουθηθείσα κατά την περίοδο αυτή δημοσιονομική πολιτική: α) στην αυξημένη ετήσια επιβάρυνση για πληρωμή τόκων (από 1,3 τρισ. δρχ. το 1990 σε 2,7 τρισ. δρχ. το 1993) από ήδη συσσωρευμένα χρέη και, κυρίως, β) στη «διόρθωση ημαρτημένων του παρελθόντος» (κάτι ανάλογο με την πρόσφατη δημοσιονομική απογραφή), δηλαδή την ενσωμάτωση σωρείας χρεών τα οποία υπήρχαν αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συμπεριληφθεί στο δημόσιο χρέος (όπως, συναλλαγματικές διαφορές της ΤτΕ, οφειλές από καταπτώσεις εγγυήσεων, ελλείμματα ΔΕΚΟ κ.ά.).

Τι συνεπάγεται το γερμανικό σχέδιο διάσωσης για την Ελλάδα


Το «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας» που φέρνει η Γερμανία μαζί με τις διευκολύνσεις στην εξυπηρέτηση του χρέους περιλαμβάνει μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν από τις χώρες της Eυρωζώνης και φυσικά την Ελλάδα.
Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι αυτά τα μέτρα που έρχονται, αλλά το γεγονός ότι θέτει υπό την αυστηρή παρακολούθηση της Κομισιόν και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) μία σειρά από δείκτες (ταμειακό έλλειμμα, εθνικολογιστικές προσαρμογές, εξέλιξη ανταγωνιστικότητας, έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου κ.λπ.). Εάν οι χώρες παρεκκλίνουν των στόχων στους δείκτες αυτούς, τότε θα πρέπει να λαμβάνουν αμέσως νέα μέτρα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Επί της ουσίας, θα πρόκειται για έναν κατάλογο από δείκτες που θα περιγράφουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας και θα συμπληρώνουν το ισχύον Σύμφωνο Σταθερότητας που πρακτικά «ασχολείται» μόνον με την εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών. Αυτό σημαίνει, ότι ανεξαρτήτως τρόικας και Μνημονίου, η Ελλάδα -και όλες οι χώρες της Ευρωζώνης- θα βρίσκεται πλέον υπό διαρκή και αυστηρό έλεγχο. Και μόλις, παρεκκλίνει θα προχωράει στη λήψη νέων μέτρων. Πέραν αυτών, το «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας» προβλέπει:
1. Φορολογική εναρμόνιση. Η πρακτική που ακολουθεί η Ιρλανδία στο θέμα αυτό δεν «αρέσει» στη Γερμανία και με την παροχή διευκολύνσεων για την εξυπηρέτηση του χρέους της, βρήκε την «ευκαιρία» να θίξει το θέμα της κοινής φορολόγησης των επιχειρήσεων.
Αυτή τη στιγμή, το ποσοστό φορολόγησης των επιχειρήσεων στην Ιρλανδία ανέρχεται στο 12,5%, όταν στη Γερμανία είναι 29,8% και στη Γαλλία 34,4% (στοιχεία Eurostat για το 2010). Η μεγάλη αυτή διαφορά αναδεικνύει και τους λόγους για τους οποίους οι δύο τελευταίες χώρες πιέζουν για εναρμόνιση της φορολογίας στην Eυρωζώνη. Να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα το ποσοστό είναι 20%, βάσει του τελευταίου φορολογικού νομοσχεδίου και βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Οι πληροφορίες θέλουν τη Γερμανία να θεσπίζει ένα κατώτατο ποσοστό φορολόγησης των επιχειρήσεων. Δηλαδή, οι χώρες της Ευρωζώνης δεν θα μπορούν να φορολογούν τις επιχειρήσεις με ποσοστό χαμηλότερο αυτού. Θα μπορούν, όμως, με ποσοστό υψηλότερο αυτού.
Η εν λόγω αλλαγή έρχεται για να βάλει «φρένο» σε ποσοστά φορολόγησης α λα Ιρλανδία. Επί της ουσίας, η Γερμανία θέλει να αποσυνδέσει τη φορολογία των επιχειρήσεων από τον ανταγωνισμό που υπάρχει μεταξύ των κρατών της Ευρωζώνης σχετικά με το ποια θα προσελκύσει επενδυτές.
Η εξέλιξη αυτή σίγουρα θα ευνοήσει την ελληνική οικονομία έναντι χωρών όπως η Ιρλανδία, αφού δεν θα υπάρχει το κριτήριο της χαμηλής φορολόγησης. Από την άλλη, όμως, το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα δεν είναι αρκετά «φιλικό» για να ανταγωνιστεί μία πιθανή μείωση της φορολογίας σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία κ.λπ.
2. Αλλαγή των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Το «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας» αναμένεται να προβλέπει την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, μέσω της σύνδεσής τους με το προσδόκιμο ζωής. Η Γερμανία και η Γαλλία έχουν θεσπίσει όριο συνταξιοδότησης τα 67 έτη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες θα το επιβάλουν στις υπόλοιπες που έχουν ως όριο συνταξιοδότησης τα 65 χρόνια (Ελλάδα, Βέλγιο, Δανία, Ιταλία, Ολλανδία, Ισπανία). Σίγουρα, όμως, με δεδομένο ότι το προσδόκιμο ζωής έχει αυξητική τάση, θα ασκηθούν πιέσεις για αναπροσαρμογή των ορίων συνταξιοδότησης προς τα πάνω. Να σημειωθεί ότι η σύνδεση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, υπάρχει ήδη στο νέο ασφαλιστικό της Ελλάδας.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι πόσο ισχυρές θα είναι οι πιέσεις αυτές, καθώς θα πρέπει στην πλειοψηφία των χωρών της Eυρωζώνης να νομοθετηθούν οι αλλαγές που θα φέρουν σίγουρα κοινωνικές αναταραχές. Πάντως, δεν αποκλείεται ο φάκελος «ασφαλιστικό» να ανοίξει και πάλι στην Ελλάδα, σύντομα.
3. Κατάργηση της σύνδεσης μισθών - πληθωρισμού.Το Βέλγιο, η Κύπρος, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα και η Πορτογαλία είναι ακόμη χώρες της Eυρωζώνης, όπου υπάρχει τιμαριθμοποίηση των μισθών και των συντάξεων. Δηλαδή, ανάλογα με τα επίπεδα του μέσου ετήσιου πληθωρισμού αυξάνονται και οι μισθοί και οι συντάξεις. Στην Ελλάδα δεν είναι θεσμοθετημένο κάτι τέτοιο, αν και μέχρι πρότινος το ύψος του πληθωρισμού ήταν το ελάχιστο ποσοστό αύξησης που δινόταν και στην Ελλάδα. Στόχος του νέου μέτρου, κατά τη Γερμανία, είναι οι εργαζόμενοι να αμείβονται ανάλογα με την παραγωγικότητά τους και να παίρνουν αυξήσεις ανάλογα με τα αποτελέσματα που φέρνουν. Ετσι, θα υπάρχει κίνητρο να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί και να παρέχουν καλύτερες υπηρεσίες.

Η απόδοση ιθαγένειας και ο όρος του αίματος Τι προβλέπει ο ισχύων νόμος και τι θα αλλάξει με την απόφαση του Δ΄ Τμήματος


Ολα τα παιδιά της δεύτερης γενιάς μεταναστών που γεννήθηκαν, πηγαίνουν ή έχουν πάει σχολείο στην Ελλάδα, θα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζονται οι ενήλικοι αλλοδαποί που έχουν νομιμοποιηθεί με τον τελευταίο νόμο του 2005, εάν τελικώς η Ολομέλεια του ΣτΕ επικυρώσει την απόφαση του Δ΄ τμήματος.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι τα 2.500 παιδιά, για τα οποία έχουν κατατεθεί αιτήσεις για χορήγηση ιθαγένειας, τα 25.000 παιδιά που έχουν γεννηθεί μετά το 2004 από αλλοδαπές μητέρες (σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ) και μερικές ακόμη χιλιάδες παιδιά που είναι είτε μεγαλύτερα, είτε έχουν ενηλικιωθεί, θα αντιμετωπίζονται ως νεοεισερχόμενοι στη χώρα. Κι αυτό, διότι η ελληνική Παιδεία, η ζύμωση στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, δεν κρίνονται επαρκείς ενδείξεις ένταξης στην ελληνική κοινωνία σύμφωνα με τη συγκεκριμένη απόφαση. Η «έλλειψη ελληνικού αίματος» απαιτεί, κατά την απόφαση, να κρίνεται κάθε παιδί ξεχωριστά, ώστε να διαπιστωθεί εάν είναι φορέας ελληνικής συνείδησης. Ο ισχύων νόμος χορηγεί αυτομάτως την ιθαγένεια στα ανήλικα τέκνα αλλοδαπών που διαμένουν νομίμως πέντε χρόνια στην Ελλάδα και στα ενήλικα τέκνα νομίμων αλλοδαπών που έχουν παρακολουθήσει έξι χρόνια σχολείο, αφού γίνει έλεγχος ποινικού μητρώου. Ομως η απόφαση του Δ΄ τμήματος, πέρα από την αμφισβήτηση αυτών των προϋποθέσεων, θέτει το ζήτημα της εξατομικευμένης εξέτασης και κρίνει ως «αθρόα» την αυτόματη χορήγηση ιθαγένειας στη δεύτερη γενιά υπό όρους. Ο υπάρχων νόμος θέτει ως προϋποθέσεις για την πολιτογράφηση των μεταναστών 1ης γενιάς την επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, την ομαλή ένταξη στην οικονομική και κοινωνική ζωή (σταθερή εργασία) και τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή.
Η απόφαση του Δ΄ τμήματος δεν κρίνει ως αντισυνταγματικές τις παραπάνω διατάξεις, αφού δεν υπήρξε σχετικό αίτημα στην προσφυγή που κατέθεσε στο ΣτΕ ο δικηγόρος κ. Γιάννης Ανδριόπουλος. Οπως μάλιστα έχει δηλώσει ο ίδιος ο κ. Ανδριόπουλος, στην προσφυγή του δεν έθεσε θέμα δικαίου του αίματος αλλά παραβίασης της λαϊκής κυριαρχίας με τη συμμετοχή των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές. Επίσης και ο εισηγητής του ΣτΕ έθεσε μόνο θέμα αντισυνταγματικότητας της συμμετοχής των αλλοδαπών στις εκλογές. Το Δ΄ τμήμα του ΣτΕ με δική του πρωτοβουλία προχώρησε πέρα από την εισήγηση, αποφασίζοντας ότι όχι μόνο η συμμετοχή των αλλοδαπών στις εκλογές, αλλά και η απόδοση ιθαγένειας στη δεύτερη γενιά μέσω γενικών ρυθμίσεων με προϋποθέσεις είναι αντισυνταγματικές.
Μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου περίπου 280 παιδιά απέκτησαν ελληνική ιθαγένεια με τον νέο νόμο (3838/2010), δηλ. με σχετική δήλωση στους δήμους. Σε ό,τι αφορά την πρώτη γενιά, πέρυσι η Επιτροπή Ιθαγένειας στο υπ. Εσωτερικών, όπου εκεί εξετάζονται εξατομικευμένα οι αιτήσεις των ενηλίκων αλλοδαπών, εξέτασε περίπου 6.000 φακέλους. Τόσος αναμένεται να είναι και ο αριθμός των φακέλων που θα δύναται να διεκπεραιώνει ετησίως η ίδια Επιτροπή, που χειρίζεται τις δεκάδες χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις που εξετάζονται με τον παλιό Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας.
Ο νέος νόμος έχει μεταθέσει την ευθύνη για την εξέταση των αιτήσεων πολιτογράφησης, που έγιναν από τότε που τέθηκε σε ισχύ, από το υπ. Εσωτερικών στην Περιφέρεια και τις Επιτροπές Πολιτογράφησης. Η σύνθεση αυτών των Επιτροπών -με τη συμμετοχή δύο στελεχών της Περιφέρειας, ενός μέλους ΔΕΠ, υπαλλήλου της δ/νσης Ιθαγένειας του υπ. Εσωτερικών και εκπρόσωπο από την Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- διασφαλίζει τη διαφάνεια που έλειπε. Οι Επιτροπές αυτές προσδοκούν να εξετάζουν 10.000 φακέλους ετησίως από τις χιλιάδες φακέλων που εκκρεμούν (180.000 μόνο των ομογενών).

Tο τέλος της πυρηνικής αναγέννησης; Η καταστροφή στη Φουκουσίμα επαναφέρει στο προσκήνιο τα επιχειρήματα κατά της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας


Τα πυρηνικά εργοστάσια στον πλανήτη

«Φουκουσίμα: Το τέλος της Πυρηνικής Αναγέννησης;» είναι ο τίτλος άρθρου που εμφανίστηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού ΤΙΜΕ (HYPERLINK http://www.TIME. com) την περασμένη Δευτέρα, την ώρα που η Ιαπωνία και ο υπόλοιπος κόσμος είχε μόλις αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι ίσως να βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πυρηνική καταστροφή. «Πυρηνική αναγέννηση;» θα αναρωτηθούν πολλοί, κυρίως όσοι βίωσαν το αντιπυρηνικό κίνημα της δεκαετίας του ’70 και του ’80, μέσα από το οποίο γεννήθηκαν περιβαλλοντικές οργανώσεις, όπως η Greenpeace, και πολιτικά κόμματα, όπως το Κόμμα των Πρασίνων στη Γερμανία.
Κι όμως, με τις μνήμες από την καταστροφή του Τσερνόμπιλ -η 25η επέτειος της οποίας πλησιάζει- να σβήνουν σιγά σιγά, και τις ανησυχίες από τις κλιματικές αλλαγές εξαιτίας του φαινομένου του θερμοκηπίου να αυξάνονται σταδιακά, η «λύση» της πυρηνικής ενέργειας είχε τα τελευταία χρόνια πάψει να δαιμονοποιείται, δημιουργώντας την αίσθηση ότι με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας μπορούσαν να ξεπερασθούν οι φόβοι ενός νέου πυρηνικού ατυχήματος. Ακόμη και κάποιοι μετριοπαθείς περιβαλλοντολόγοι είχαν αρχίσει να ξεπερνούν τη σφοδρή αντίθεσή τους στη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, προτάσσοντας την αντιμετώπιση των καταστροφικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, προκαλώντας βέβαια τη μήνιν κάποιων άλλων που εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι οι κίνδυνοι που δημιουργούνται από την περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος αλλά και το πρόβλημα των πυρηνικών αποβλήτων εξακολουθούσαν να ξεπερνούν κατά πολύ το πλεονέκτημα της καθαρής ενέργειας.
Ενα είδος εμφυλίου έμοιαζε να έχει ξεσπάσει στους κόλπους του περιβαλλοντικού κινήματος, βασικός πυλώνας του οποίου υπήρξε κατά τις προηγούμενες δεκαετίες το αντιπυρηνικό κίνημα. Το 2005 ο γνωστός περιβαλλοντολόγος συγγραφέας και ιδρυτής της επιθεώρησης «Τhe Whole Earth Catalogue», Στιούαρτ Μπραντ, σε άρθρο του στην επιστημονική επιθεώρηση «Τechnology Review» το οποίο εκδίδεται από το πανεπιστήμιο MIT, προέβλεπε ότι το περιβαλλοντικό κίνημα σύντομα θα αναθεωρούσε την άποψή του για την πυρηνική ενέργεια, σημειώνοντας μάλιστα ότι κάποιοι από τους πιο γνωστούς περιβαλλοντολόγους, όπως ο συνιδρυτής της Greenpeace Πάτρικ Μουρ, καθώς και ο Χιου Μοντεφιόρε της οργάνωσης Friends of the Earth, είχαν ήδη αρχίσει να τάσσονται υπέρ της χρήσης της.
Πιο πρόσφατα, τον Νοέμβριο του 2010, το βρετανικό κανάλι Channel 4 πρόβαλε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο, «Πού έκανε λάθος το Πράσινο Κίνημα», το οποίο έδινε έμφαση στη χρήση της πυρηνικής ενέργειας ως πράσινη εναλλακτική λύση. Ο δημιουργός του, συγγραφέας και περιβαλλοντολόγος, Μαρκ Λίνας, υπογράμμιζε μεταξύ άλλων, ότι κατά την επίσκεψή του στο Τσερνόμπιλ, είχε διαπιστώσει πως η Φύση στην περιοχή γύρω από το ατύχημα είχε επανέλθει πλήρως, και ότι βάσει έκθεσης του ΟΗΕ που είχε δημοσιευθεί το 2006, οι άνθρωποι που τελικώς μολύνθηκαν από ραδιενέργεια στο χειρότερο πυρηνικό ατύχημα που είχε συμβεί μέχρι σήμερα, ήταν πολύ λιγότεροι από όσους αρχικά υπολογίζονταν.
«Ενα ατύχημα σε κάποιον απο τους γερασμένους πυρηνικούς αντιδραστήρες της Ρωσίας θα αρκούσε βεβαίως για να τα ανατρέψει όλα, και να σφραγίσει για πάντα το ταμπού της χρήσης πυρηνικής ενέργειας. Ολα εξαρτώνται από την τεχνολογική εξέλιξη για την ασφαλή χρήση της πυρηνικής ενέργειας», σημείωνε το 2005 ο Στιούαρτ Μπραντ.
Επιστρέφουν οι φόβοι
Κι όμως, το επόμενο πυρηνικό ατύχημα σημειώθηκε στην πιο προηγμένη τεχνολογικά χώρα του κόσμου. Το γεγονός ότι προκλήθηκε από μια ασύλληπτη φυσική καταστροφή, έναν σεισμό τεράστιας ισχύος και το καταστροφικό τσουνάμι που ακολούθησε, αποδεικνύει ότι ακόμη και η πιο προηγμένη τεχνολογία αδυνατεί να αποτρέψει μια πυρηνική καταστροφή. Τα επιχειρήματα κατά της χρήσης πυρηνικής ενέργειας επιστρέφουν, δίνοντας νέα πνοή στο εξασθενημένο αντιπυρηνικό κίνημα, το οποίο αναμφίβολα θα φουντώσει και πάλι, φρενάροντας την αισιοδοξία της πυρηνικής βιομηχανίας ότι οι αντιδράσεις των περιβαλλοντικών οργανώσεων ανήκαν στο παρελθόν.
H Φουκουσίμα θα αποτελέσει αναμφίβολα το νέο ορόσημο στην ιστορία του αντιπυρηνικού κινήματος.
Δεν υποχωρεί από τα σχέδιά της η Τουρκία
Προβληματισμό, πάντως, προκαλεί η εμμονή της τουρκικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην κατασκευή πυρηνικών εργοστασίων στη χώρα. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Ενέργειας Τανέρ Γιλντίζ ότι «ο ισχυρός σεισμός και το τσουνάμι που ακολούθησε δεν πρόκειται να επηρεάσουν τα σχέδια μας για την κατασκευή δύο πυρηνικών εργοστασίων στην Τουρκία», δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας ότι η Τουρκία -παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε μια από τις πιο σεισμογενείς περιοχές του κόσμου- συμπαρατάσσεται με τις χώρες εκείνες που δεν θεωρούν πως το πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσίμα αποτελεί επαρκή λόγο για να αναθεωρήσουν τα σχέδιά τους. Παρά τις έντονες αντιδράσεις περιβαλλοντολόγων, τόσο στην Ελλάδα και στην Κύπρο, όσο και στην ίδια την Τουρκία, η Αγκυρα εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει στην κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου στην περιοχή του Ακουγιού, κοντά στο λιμάνι της Μερσίνης. Την κατασκευή έχει αναλάβει ένα ρωσοτουρκικό κονσόρτσιουμ, γεγονός που επίσης έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς η ρωσική τεχνολογία θεωρείται από πολλούς ξεπερασμένη. Η έναρξη της κατασκευής του εργοστασίου, προϋπολογισμού 20 δισ. δολαρίων, έχει προγραμματιστεί για τις αρχές του 2013. Εν αμφιβόλω, ωστόσο, τίθενται τα σχέδια της τουρκικής κυβέρνησης για την κατασκευή ενός δεύτερου εργοστασίου, στη Μαύρη Θάλασσα, την υλοποίηση των οποίων επρόκειτο να αναλάβουν από κοινού ο ιαπωνικός κολοσσός Toshiba και η ΤΕPCO (Tokyo Electric Company), που διαχειρίζεται το εργοστάσιο στη Φουκουσίμα. Η Αγκυρα είχε ξεκινήσει τους τελευταίους μήνες συνομιλίες με τις ιαπωνικές εταιρείες για την κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου στη Σινώπη. Συνολικά, η Τουρκία έχει ανακοινώσει πως σχεδιάζει την ολοκλήρωση της κατασκευής τριών εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας έως το 2013.