Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Γιατί συμφέρει την Γερμανία να μας πληρώνει


Τώρα και αρκετό καιρό υπάρχουν υπόνοιες ότι η Γερμανία θέλει να πετάξει την Ελλάδα έξω από το ευρώ. Τα δε ΜΜΕ συντηρούν αυτό τον μύθο υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα είναι ο αδύναμος κρίκος της ΕΕ και αργά η γρήγορα θα βρεθούμε να τυπώνουμε δραχμές. Έχω νέα για όλους που έχουν αυτό το σκεπτικό... η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Παρακαλώ δώστε προσοχή στο πιο κάτω διάγραμμα. Μας δείχνει το πόσο έχουν αυξηθεί τα "unit labor costs" (το εργασιακό κόστος ανά μονάδα παραγωγής) από το πρώτο τρίμηνο του 2000 έως το τρίτο τρίμηνο του 2009.



Όπως δείχνουν τα στοιχεία από τον ΟΟΣΑ, το εργασιακό κόστος ανά μονάδα παραγωγής στην Ελλάδα έχει αυξηθεί περισσότερο από όλη την Ευρώπη, ενώ στην Γερμανία έχει αυξηθεί το λιγότερο. Αυτό μεταξύ άλλων σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει χάσει ανταγωνιστικοτήτα ενώ η Γερμανία την έχει διατηρήσει. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι τα Γερμανικά προϊόντα έχουν μείνει σταθερά ενώ τα Ελληνικά έχουν αυξηθεί.
Μπορεί πολλοί να νομίζουν ότι το ευρώ είναι ένα ακριβό νόμισμα. Ωστόσο, στην πραγματικότητα για την ίδια τη Γερμανία είναι ένα φτηνό νόμισμα. Ο λόγος είναι διότι τα 2/3 των εμπορικών συναλλαγών της Γερμανίας πραγματοποιούνται εντός της ζώνης του ευρώ. Όταν λοιπόν η ανταγωνιστικότητα σου ανεβαίνει σε σχέση με τους κυριότερους εμπορικούς σου εταίρους, τότε άσχετα αν το ευρώ ανεβαίνει σε αξία με τον υπόλοιπο κόσμο, για την Γερμανία, είναι σαν να υποτιμάται διαρκώς.

Αν η Γερμανία σήμερα είχε το μάρκο, δεν θα είχε γίνει η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική χώρα του κόσμου και δεν θα είχε την ανταγωνιστικότητα που σήμερα έχει και δεν θα είχε τα εμπορικά πλεονάσματα που έχει σήμερα. Τη Γερμανία λοιπόν την συμφέρει να είναι στο ευρώ και σε καμία περίπτωση δεν την συμφέρει να βγει από το ευρώ όπως ακούγεται κατά καιρούς. Επιπλέον, τη Γερμανία την συμφέρει να υπάρχουν στη ζώνη του ευρώ όσο περισσότερες χώρες είναι δυνατόν. Διότι έχοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, μπορεί να πουλά περισσότερα σε αυτούς από ότι αυτοί μπορούν να πουλάνε στη Γερμανία.

Αν η Ελλάδα λοιπόν δεν είχε βοηθηθεί σε αυτή τη συγκυρία και τα πράγματα έφταναν στα άκρα, η ανησυχία των Γερμανών είναι ότι η Ελλάδα ίσως αποφάσιζε να βγει από το ευρώ και να αρχίσει να τυπώνει δραχμές. Αυτός είναι ο λόγος που η καγκελάριος της Γερμανίας θέτει τη βοήθεια προς την Ελλάδα σαν θέμα σταθεροποίησης του ευρώ και λιγότερο σαν θέμα βοήθεια προς την Ελλάδα. Επειδή λοιπόν είναι προς ο εθνικό συμφέρον της Γερμανίας η σταθερότητα του ευρώ, η Γερμανία θα κάνει ότι είναι δυνατόν -και με το όποιο κόστος- για να αποτραπεί η αποσταθεροποίηση. Προς αυτή τη κατεύθυνση η Γερμανία συμβάλλει στη τωρινή χρηματοδότηση της Ελλάδος.
Το πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδος όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα πετύχει. Αφενός διότι η προσαρμογή είναι πολύ δύσκολη και αφετέρου, αν όλα πάνε καλά και σύμφωνα με το πρόγραμμα (και δεν γίνει κάποιο οικονομικό ατύχημα στο ενδιάμεσο), το 2014 η Ελλάδα θα έχει χρέος (στην καλύτερη περίπτωση)140% του ΑΕΠ. Αν λοιπόν η Ελλάδα σήμερα είναι αποκλεισμένη από την αγορά ομολόγων με χρέος 120% του ΑΕΠ, για ποιο λόγο να μας ανοίξουν τις πόρτες τους οι αγορές όταν θα έχουμε χρέος 140% του ΑΕΠ; Και εδώ τώρα μπαίνει ένα άλλο ερώτημα. Αν οι αγορές θα είναι κλειστές για την Ελλάδα και μετά το 2014 (ένα σίγουρο στοίχημα), θα συνεχίσει να μας αναχρηματοδοτεί το χρέος μας το ΔΝΤ και η ΕΕ; Και αν ναι, μέχρι πότε; Έχει άραγε όρεξη η Γερμανία και η ΕΕ να αναχρηματοδοτήσουν όλο το Ελληνικό χρέος της Ελλάδος από το 2014 και μετά; Η εκτίμηση μου είναι όχι.

Μια λύση λοιπόν για το Ελληνικό ζήτημα μας ήρθε πριν μερικές μέρες από έναν τραπεζίτη. Πριν μερικές μέρες και προς μεγάλη έκπληξη των πάντων, Ο Thomas Meyer (chief economist της Deutsche Bank) έκανε μια "εκπληκτική δήλωση". Είπε ότι αν η αγορά χάριζε το 50% των Ελληνικών χρεών, τότε το πρόβλημα της Ελλάδος θα μπορούσε να φτιαχτεί άμεσα και η Ελλάδα θα μπορούσε να δανειστεί και πάλι από τις αγορές σε λίγο καιρό. Σημειώστε ότι τέτοια δήλωση δεν την έκανε εν αγνοία του Josef Ackermann (επικεφαλής της Deutsche Bank), οποίος είναι πολύ καλός φίλος της Angela Merkel. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Ackermann και η Merkel έχουν συζητήσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο κατ' ιδίαν.

Για ποιο λόγο όμως η Γερμανία να διαγράψει το 50% των Ελληνικών χρεών; Διότι σύμφωνα με πολλούς παράγοντες της αγοράς, είναι προτιμότερο η Γερμανία να υπογράψει μια επιταγή για 25 δις ευρώ προς το Γερμανικό τραπεζικό σύστημα για να διαγράψει το 50% των Ελληνικών ομολόγων που κατέχουν και να τελειώνει το πρόβλημα εδώ, παρά να δώσει η Γερμανία 25 δις σε δάνεια μέχρι το 2014 και κατά πάσα πιθανότητα να συνεχίσει να δίνει και μετά το 2014 και να ασχολείται με την Ελλάδα για τουλάχιστον μια δεκαετία και χωρίς σίγουρα αποτελέσματα. Η κατάληξη είναι ότι την Γερμανία την συμφέρει πάρα πολύ το ευρώ και θα έκανε τα πάντα για να μην διασπαστεί η ένωση. Μια επιδότηση προς της Ελλάδα για να παραμείνει στην ένωση είναι ένα σχετικά μικρό τίμημα. Το ερώτημα είναι, η Ελληνική κυβέρνηση το γνωρίζει αυτό και έχει άραγε συζητήσει με τους Γερμανούς το ενδεχόμενο μια οργανωμένης, συντονισμένης στάσης πληρωμών με σκοπό να μειωθεί το Ελληνικό χρέος κατά 50%; 


Πώς η Τουρκία αποφοίτησε με άριστα από τη "Σχολή ΔΝΤ": μαθήματα για την Ελλάδα


Τέλος λαμβάνει φέτος το μακρό ειδύλλιο της Τουρκίας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μία σχέση που καθόρισε την οικονομική πολιτική της χώρας την περίοδο 1998 – 2008. Το Μάρτιο, η κυβέρνηση Έρντογαν ανακοίνωσε πως έδωσε τέλος στις συνομιλίες με το ΔΝΤ σχετικά με τη σύναψη νέου δανείου. Ο λόγος, πως «η Τουρκία μπορεί σήμερα να στηριχθεί στα πόδια της και δε χρειάζεται εξωτερική χρηματοδότηση», όπως δήλωνε ο πρωθυπουργός Έρντογαν

Πράγματι, η σημερινή Τουρκία μοιάζε με μία άλλη χώρα εν σχέσει με την Τουρκία του 2001. Για δεκαετίες, η Τουρκία έδινε την εικόνα μιας χώρας που μαστιζόταν από οικονομική αρρυθμία. Τις βραχείς περιόδους ανάπτυξης διαδέχονταν κατακλυσμιαίες οικονομικές κρίσεις. Η οικονομία ήταν κλειστή και η εμπιστοσύνη που η χώρα ενέπνεε στο διεθνή επενδυτικό κόσμο περιορισμένη. Η θεαματική ανάκαμψη της Τουρκίας από την κρίση του 2000-2001 επιτεύχθηκε χάρη σε μία πολιτική που κατήρτισαν οι τουρκικές κυβερνήσεις σε συνδυασμό με το ΔΝΤ. Η ανάκαμψη οδήγησε, για πρώτη φορά ίσως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (στον οποίο δε συμμετείχε η Τουρκία), στην πολυπόθητη οικονομική σταθερότητα. Οι βάσεις μάλιστα που κτίσθηκαν την περίοδο 2002-2007, κατά την πρώτη διακυβέρνηση από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), ήταν τόσο γερές ώστε η Τουρκία να περάσει τη διεθνή οικονομική κρίση με μικρές – σε σχέση με τις δυτικές οικονομίες – απώλειες, στηριζόμενη στις δικές της αποκλειστικά δυνάμεις.
Το 2001, η Τουρκία ήταν στα πρόθυρα οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Παρότι η χώρα είχε περάσει από πολλές κρίσεις, εκείνη του 2001 ήταν κατά γενική ομολογία η πιο σοβαρή. Κατά τη διάρκεια του 2001, το ΑΕΠ της Τουρκίας μειώθηκε κατά 5.7%, ο πληθωρισμός στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών έφθασε το 55% και η τουρκική λίρα υποτιμήθηκε κατά 51% έναντι των κυρίων ξένων νομισμάτων. Οι χρεοκοπίες επιχειρήσεων ανακοινώνονταν η μία μετά την άλλη, και χιλιάδες εργαζόμενοι βρέθηκαν στο δρόμο. 

Για να αντιμετωπίσει την κρίση, η τότε κυβέρνηση Έτσεβιτ μετακάλεσε τον επιφανή οικονομολόγο Κεμάλ Ντερβίς από την Παγκόσμια Τράπεζα και του ανέθεσε το υπουργείο οικονομικών. Αν και η θεαματική ανάκαμψη της τουρκικής οικονομίας είθισται να αποδίδεται στο ΑΚΡ, γίνεται δεκτό πως οι βάσεις της βρίσκονται στο τολμηρό πρόγραμμα του Ντερβίς. Ο τεχνοκράτης, που εργάσθηκε για 22 χρόνια στην Παγκόσμια Τράπεζα, επελέγη λόγω της κρισιμότητας της καταστάσεως και του φόβου μιας λαϊκής εξέγερσης που διακατείχε την τότε πολιτική τάξη της Τουρκίας. Ήταν μία άριστη επιλογή, καθώς ο Ντερβίς ήταν ανεξάρτητος από τα τοπικά συμφέροντα στην Τουρκία και τα κυκλώματα διαφθοράς που λυμαίνονταν την οικονομική ζωή. Με τη στήριξη του επιχειρηματικού κόσμου και των συλλογικών του οργάνων, ο Ντερβίς προώθησε ένα τολμηρότατο πρόγραμμα, το πολιτικό κόστος του οποίου καμμία κυβέρνηση ως τότε δε θα είχε τολμήσει να αναλάβει.
Σημειωτέον ότι πέραν της έξυπνης επιλογής ενός τεχνοκράτη, στην Τουρκία τα συλλογικά όργανα των εργοδοτικών οργανώσεων, όπως ο Σύνδεσμος Τούρκων Εμποροβιομηχάνων (TUSIAD) διαθέτουν σημαντική και υπεύθυνη δράση και επιρροή, σε πλήρη αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Τοποθετούνται δε παραδοσιακά υπέρ της οικονομικής και πολιτικής φιλελευθεροποίησης, της ένταξης στην ΕΕ και του εκδημοκρατισμού της χώρας. Παράλληλα, οι εν λόγω οργανώσεις αποφεύγουν τη μικροκομματική αντιπαράθεση και δεν επιχειρούν να προωθήσουν συμφέροντα ιδιωτών – μελών τους.    

Χαίροντας μίας γενικότερης πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης, ο τεχνοκράτης της Παγκόσμιας Τράπεζας συνεργάσθηκε, από την κυβερνητική του πια θέση, με το ΔΝΤ και κατήρτισε ένα πακέτο μέτρων σταθερότητας που άλλαξε ριζικά το δομικό πλαίσιο της τουρκικής οικονομίας και τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα με μέτρα εξυγίανσης των τραπεζών και των θεσμών, ο Ντερβίς χρησιμοποίησε το διεθνές του κύρος από τη θητεία του στην Παγκόσμια Τράπεζα για να δανεισθεί 20 δις δολάρια από την εν λόγω τράπεζα και το ΔΝΤ.  Τουρκία και ΔΝΤ είχαν υπογράψει συμφωνία το 1998, που παρείχε στον οργανισμό τη δυνατότητα στενής εποπτείας και ελέγχου της τουρκικής οικονομίας από ειδικό «κλιμάκιο της Τουρκίας» στα πλαίσια του ταμείου. Η χώρα αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο δανειστή του ΔΝΤ, λαμβάνοντας την περίοδο 19999-2008 46 δις δολάρια.
 Ωστόσο, η «ανάσταση» της Τουρκικής οικονομίας δεν επετεύχθη κυρίως χάρη στα δάνεια του ΔΝΤ, αλλά των βαθύτατων δομικών αλλαγών που ξεκίνησε ο Κεμάλ Ντερβίς και συνέχισαν οι δύο κυβερνήσεις του ΑΚΡ. Στο κέντρο του πακέτου σταθεροποίησης ήταν η περικοπή των κρατικών δαπανών, το πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, η μείωση των εταιρικών φόρων και αύξηση μιας σειράς άλλων, η αναμόρφωση της γραφειοκρατίας προς την κατεύθυνση της διευκόλυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας και των ξένων επενδύσεων και η ιδιωτικοποίηση των σημαντικότερων κρατικών επιχειρήσεων. Οι ιδιωτικοποιήσεις και μόνο απέφεραν πάνω από 20 δις δολάρια στο δημόσιο ταμείο την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΑΚΡ. Παράλληλα, η Τουρκία εγκατέλειψε τη σύνδεση της ισοτιμίας της λίρας με το καλάθι νομισμάτων που παρακολουθούσε, και η τιμή της αφέθηκε να καθορισθεί από την αγορά. Το γεγονός ωφέλησε σημαντικά τους Τούρκους εξαγωγείς, που έζησαν τη χρυσή εποχή τους ώσπου η διεθνής κρίση τους αποστέρησε από μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αγοράς. 

Πίσω από την πρωτοφανή για τα χρονικά της Τουρκικής Δημοκρατίας άνθηση της τουρκικής οικονομίας, ωστόσο, βρίσκεται, κατά γενική γνώμη των αναλυτών, η μαζική εισροή ξένων κεφαλαίων στη χώρα. Η κυβέρνηση Έρντογαν ακολούθησε μία πολιτική ιδιαίτερα φιλική προς το ξένο κεφάλαιο, απομακρύνοντας μεγάλο μέρος των νομικών περιορισμών που δυσκόλευαν τις ξένες επενδύσεις, και ενθαρρύνοντας την εξαγορά τουρκικών εταιριών. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στη χώρα έφθασαν κατά μέσο όρο τα 5 δις δολάρια το χρόνο. Η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης κατόρθωσε να μειώσει τον πληθωρισμό, που τη δεκαετία του 1990 κάλπαζε στο 70%, στο 12% το 2003. Το τραπεζικό σύστημα οχυρώθηκε με αυστηρούς κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας, ώστε οι τουρκικές τράπεζες – όσες γλίτωσαν την κρίση του 2000-2001 – να περάσουν αλώβητες τη διεθνή κρίση του 2008. Σήμερα μάλιστα, η κατάσταση έχει αναστραφεί, με τις τουρκικές τράπεζες να ερευνούν ευκαιρίες εξαγορών στο εξωτερικό. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις του ΑΚΡ ενθάρρυναν τις τουρκικές επιχειρήσεις να ψάξουν αγορές για τα προϊόντα τους στο εξωτερικό. Σήμερα, τα τουρκικά καταναλωτικά αγαθά, οι τουρκικές κατασκευαστικές έχουν σαρώσει τις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης, του Καυκάσου, της Μέσης Ανατολής, της Κεντρικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής.
Όπως σημειώνει το ίδιο το ΔΝΤ στις σχετικές με την Τουρκία εκθέσεις του, η θεαματική ανάκαμψη της Τουρκικής οικονομίας πραγματοποιήθηκε στις πλάτες των μισθωτών, που ανέλαβαν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του βάρους της σχετικής προσπάθειας. Τα μέτρα οδήγησαν σε θεαματική αύξηση της ανεργίας. Οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχουν ακόμη ανακάμψει από το πάγωμα του 2002, σημειώνεται στις εκθέσεις του οργανισμού. Παράλληλα, εκφράζεται ανησυχία για την «υπερβολική εξάρτηση» της οικονομικής ανάπτυξης στη χώρα από την εισροή ξένου κεφαλαίου, υπό τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων. Η εξάρτηση αυτή οδήγησε σε πτώση του ρυθμού ανάπτυξης λόγω της έλλειψης ρευστότητας στις αγορές μετά τη διεθνή κρίση του 2007. 
Αν ο πρωθυπουργός Έρντογαν δηλώνει πως η Τουρκία «μπορεί πια να προχωρήσει μόνη της και δε χρειάζεται δάνεια – δεκανίκια», πολλοί είναι οι Τούρκοι αναλυτές που δηλώνουν πως η Τουρκία «αποφοίτησε από τη σχολή του ΔΝΤ». Από το 2006, η ΕΕ χαρακτηρίζει την τουρκική οικονομία στις ετήσιες εκθέσεις της ως «λειτουργούσα οικονομία της αγοράς». Πριν την οικονομική κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και επέφερε μία έλλειψη ρευστότητας, οι ξένοι επενδυτές χαρακτήριζαν την Τουρκία «επενδυτικό παράδεισο». 

Ο παράδεισος αυτός της ελεύθερης και απαλλαγμένης από τη γραφειοκρατία, ταχύτατα αναπτυσσόμενης τουρκικής οικονομίας προκάλεσε και το ενδιαφέρον των ελληνικών επιχειρήσεων. Έτσι, η Εθνική Τράπεζα πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη εξαγορά ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό, αγοράζοντας την τουρκική Finansbank, ενώ η Eurobank ακολούθησε αποκτώντας την Tekfenbank. Ο όμιλος Υγεία εξαγόρασε τα ιδιωτικά νοσοκομεία Safak. Σήμερα όμως, η κατάσταση αντιστρέφεται, καθώς οι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν θησαυρίσει εκμεταλλευόμενες τις ευνοϊκές ευκαιρίες των τελευταίων ετών ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Πολλές τουρκικές επιχειρήσεις κοιτούν προς την ελληνική αγορά για ευκαιρίες εξαγορών επιχειρήσεων, που υπόσχονται ανάπτυξη στο μέλλον αλλά ενδεχομένως βρίσκονται σε δύσκολη θέση στην παρούσα οικονομική συγκυρία.
Μπορεί άραγε η τουρκική εμπειρία οικονομικής ανάκαμψης να αποτελέσει παράδειγμα για την Ελλάδα; Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί διεθνείς αναλυτές, την τουρκική κοινή γνώμη και τις κυβερνήσεις και των δύο χωρών. Η Τουρκία ήδη προσέφερε οικονομική αρωγή στην Ελλάδα, πρόταση που η κυβέρνηση Παπανδρέου απέρριψε. Η επίσκεψη του Τούρκου Υπουργού Οικονομικών και αντιπροέδρου της κυβερνήσεως Αλί Μπαμπατζάν στην Ελλάδα θεωρείται πως προετοιμάζει το έδαφος για την επερχόμενη επίσκεψη Έρντογαν το Μάιο, αλλά και εκείνο της ενδεχόμενης παροχής οικονομικών συμβουλών προς την κυβέρνηση της «χειμαζόμενης Ελλάδας». 

Πολλοί Τούρκοι αναλυτές ζήτησαν επίμονα από την κυβέρνηση Έρντογαν να παράσχει συμβουλές στην Ελλάδα, αλλά και οικονομική στήριξη. Στον τουρκικό τύπο έγινε συχνά λόγος για ανικανότητα της ΕΕ να συνδράμει ένα μέλλον που δεινοπαθεί, και εκφράσθηκαν πολλές φορές ανησυχίες ακόμη και για τη βιωσιμότητα της τελευταίας. Η Τουρκία έχει ηθικό χρέος, από την κοινή ιστορία των δύο λαών, να εμποδίσει τη γειτονική χώρα να «κατασθεί αποικία του ΔΝΤ», έγραψαν ουκ ολίγοι σχολιαστές. 

«Είναι εύλογο να μας στενοχωρεί η σημερινή κατάσταση στη γειτονική χώρα, με την οποία επιθυμούμε να εγκαθιδρύσουμε σχέσεις οικονομικής αλληλεξάρτησης και στρατηγικού εταίρου, στο χώρο της μεταφοράς ενέργειας και σε πολλούς άλλους. Ίσως στην παρούσα συγκυρία δημιουργείται το πεδίο για τουρκικές επιχειρήσεις να αγοράσουν ελληνικές, βοηθώντας τις να επιβιώσουν της κρίσης και να επιταχύνουν τους ρυθμούς αύξησής τους. Παράλληλα, εμείς που περάσαμε μία αντίστοιχη εμπειρία θα μπορούσαμε να προσφέρουμε την πείρα μας σε κυβερνητικό επίπεδο» είπε στο newstime.gr μέλος του οικονομικού επιτελείου του πρωθυπουργικού γραφείου. «Ωστόσο αντιλαμβάνομαι πως για πολλούς το ζήτημα είναι πολιτικό και για το λόγο αυτό δε θα επιθυμούσα να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, ούτε σε επώνυμο σχόλιο»πρόσθεσε.
Πηγή της ελληνικής κυβέρνησης είπε στο newstime.gr πως η βοήθεια της τουρκικής κυβέρνησης και ιδίως των Τούρκων επιχειρηματιών «είναι ευπρόσδεκτη, εφόσον γίνεται με καλές προθέσεις και όχι από δεσπόζουσα θέση». Δεν κατέστησε όμως σαφέστερο τι εννοούσε με το «καλές προθέσεις» και «δεσπόζουσα θέση». 

Τούρκοι αναλυτές που είναι πιο εξοικειωμένοι με την ελληνική πραγματικότητα αποδίδουν τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα στη διαφθορά, την κακοδιοίκηση και την απροθυμία των κυβερνήσεων να αναλάβουν το πολιτικό κόστος των μέτρων που απαιτούνται για την ανάκαμψη. Η δέσμη μέτρων που εξαγγέλθηκε χαρακτηρίσθηκε «γενναία, αλλά ανεπαρκής». Τούρκοι οικονομολόγοι τονίζουν πως τα μέτρα δεν καλύπτουν τους αγρότες και τους ελεύθερους επαγγελματίες, στις τάξεις των οποίων παρατηρείται η εντονότερη φοροδιαφυγή, ενώ συχνά γίνεται λόγος για την παραοικονομία και το υδροκέφαλο κράτος.  

Το πρώτο άμεσο συμπέρασμα της σύγκρισης των δύο περιπτώσεων είναι πως στην Ελλάδα λείπει ο τεχνοκράτης της εμβέλειας του Ντερβίς που θα αναλάμβανε το συντονισμό της εθνικής προσπάθειας οικονομικής εξυγίανσης. Λείπει η πολιτική και κοινωνική συναίνεση που γεννήθηκε στην Τουρκία όταν η χώρα έφθασε στο χείλος του γκρεμού, λείπουν οι συλλογικές επαγγελματικές οργανώσεις –  όπως η TUSIAD – και οι ΜΚΟ που θα συνεισέφεραν στο δημόσιο διάλογο και θα στήριξαν την κυβερνητική πρωτοβουλία να ληφθούν σκληρά και αντιδημοφιλή μέτρα. Και για πολλοστή φορά, ένα σοβαρότατο ζήτημα όπως η επαπειλούμενη χρεοκοπία της χώρας, καθίσταται αντικείμενο όχι συναίνεσης αλλά μικροκομματικής αντιπαράθεσης. Αν σε όλα αυτά προστεθεί το γεγονός ότι η Ελλάδα δε διαθέτει το βιομηχανικό και βιοτεχνικό οπλοστάσιο που έχει καταστήσει την Τουρκία χώρα – εξαγωγέα μιας εντυπωσιακής γκάμας προϊόντων και περιφερειακή οικονομική δύναμη, ενώ δεν μπορεί να λάβει μέτρα υποτίμησης του νομίσματός της όπως η Τουρκία το 2000-1 για να αντεπεξέλθει στην κρίση, τότε η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο επαχθής για τη χώρα μας. 
        

Είναι βιώσιμη η πορεία;

Το τελευταίο «Economist» επισημαίνει ότι η οικονομική κατάσταση στην ευρωζώνη επιδεινώνεται με υπαιτιότητα των Ευρωπαίων ηγετών, που φέρουν μεγάλο μέρος ευθύνης, γιατί στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής «έκαναν λίγα». Το έχουμε και εμείς επισημάνει κατά κόρον. Δεν υπάρχει μια ευρωπαϊκή στρατηγική αντιμετώπισης της «κρίσης χρέους». Μπαλώματα γίνονται χρονικής μετάθεσης του προβλήματος, έστω κι αν το κόστος τους δεν είναι και μικρό...

Οντως έχουμε να κάνουμε με «συντηρητικής κατεύθυνσης» ηγέτες, οι οποίοι μάλιστα βρίσκονται σε τροχιά μεγάλης αμφισβήτησης στις χώρες τους, όπου οι ενδείξεις είναι ότι η επανεκλογή τους είναι εξαιρετικά δύσκολη. Από τον Σαρκοζί και τη Μέρκελ μέχρι τον Μπερλουσκόνι. Και κάτι ακόμα: Ο αυτοτελής ρόλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχει εξαιρετικά «περιοριστεί» από τη Μέρκελ και τον Σαρκοζί, που επιβάλλουν στενές εθνικές πολιτικές της αρεσκείας τους, καθ' υπέρβαση του καλώς νοούμενου κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου. Εξ ου και μερικοί «ψυλλιασμένοι» Ελληνες πολιτικοί, με ευρωπαϊκή εμπειρία, όταν τους λες «Ευρώπη», σου απαντούν «ποια Ευρώπη;».
Το συμπέρασμα του «Economist» είναι ότι, παρά τα προγράμματα διάσωσης και τις ηρωικές περικοπές, οι οικονομίες της Ελλάδας και της Ιρλανδίας (ακολουθεί η Πορτογαλία) συρρικνώνονται ταχύτερα από το αναμενόμενο και οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, εκτιμώντας ότι έχουμε μπει σε μια «μη βιώσιμη πορεία».
Η ουσία του προβλήματος, όπως έχει εξελιχθεί, έχει δύο μέρη. Το ένα αφορά την Ελλάδα, δηλαδή το «τι θα κάνουμε εμείς». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που θα καθορίσει το μέλλον της χώρας σε πρώτη και τελευταία ανάλυση είναι οι μεταρρυθμίσεις, οι προσαρμογές, η αλλαγή σταδιακά του παραγωγικού μας μοντέλου, οι νέοι θεσμοί, οι νέες δομές, η αλλαγή νοοτροπίας κλπ. Μέχρι στιγμής, παρά τις σημαντικές προσπάθειες που κάνει η κυβέρνηση, υπάρχουν αρρυθμίες, καθυστερήσεις, έλλειψη ικανοτήτων, απροθυμίες, κόπωση κλπ.
Απουσιάζει επίσης ένα πνεύμα ευρύτερης πολιτικής συνεννόησης, που είναι απαραίτητος όρος για την αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης! Ολα αυτά πρέπει αμέσως να διορθωθούν.
Το άλλο μέρος του προβλήματος είναι η απροθυμία της ευρωπαϊκής ηγεσίας να αντιμετωπίσει «κατά μέτωπο» την κρίση χρέους. Χωρίς αυτό το «κρίσιμο συμπλήρωμα» η ελληνική προσπάθεια μοιάζει σαν μια «πορεία στα τυφλά». Προτάσεις έχουν γίνει πολλές. Βούληση δεν υπάρχει προς το παρόν. Αντίθετα έχουμε επιδείνωση, με την εξαγγελία της επικείμενης αύξησης των ευρωπαϊκών επιτοκίων και την «ολέθρια» στρεβλή λειτουργία του Μόνιμου Μηχανισμού Στήριξης (ESM), με την εμπλοκή ιδιωτών στην αναδιάρθρωση.
Απ' αυτή την άποψη έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι από τη μια μεριά η Ευρώπη με τις ανεπαρκείς αποφάσεις της «στρώνει το χαλί» στους Οίκους Αξιολόγησης και από την άλλη διερωτάται «πώς κάνουν τέτοιες αξιολογήσεις;» και τους καταγγέλλει...
Δεν ξέρω αν η αναμενόμενη τουριστική αύξηση το καλοκαίρι, η βελτίωση των εξαγωγών και οι αναπτυξιακές προσπάθειες που δρομολογούνται μπορούν να αλλάξουν κάπως το «κακό κλίμα».
Το πρόγραμμα που καλείται να υλοποιήσει η κυβέρνηση είναι εξαιρετικά βαρύ και οπωσδήποτε θα προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις. Η ύφεση και η ανεργία θα διευρυνθούν. Η ιδιωτική κατανάλωση θα συνεχίσει να συρρικνώνεται. Οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο εταιρείες σημείωσαν ρεκόρ ζημιών (3,1 δισ.) το 2010. Ενώ το κράτος χρωστάει παντού...
Ισως είναι μια στιγμή που ο κ. Παπανδρέου πρέπει να «κάνει ταμείο» και, αφού ξαναδεί το σύνολο των δεδομένων, να προχωρήσει σε τολμηρές πρωτοβουλίες.

Το Μνημόνιο και.....περί κυριαρχίας

Η μεταπολιτευτική συνταγματική θεωρία περί κυριαρχίας υπήρξε μάλλον «συναινετική», κατ’ αναλογία του ήπιου κοινοβουλευτικού κλίματος. Το «Μνημόνιο», ωστόσο, διασπά και την ενότητα της νομικής δογματικής. Η ανάλυση της σχετικής επιχειρηματολογίας δεν αναδεικνύει, τελικά, μόνο δύο ευδιάκριτες αντιλήψεις περί κυριαρχίας, αλλά και τη μοιραία έλξη του συνταγματικού μας λόγου από μια μεταφυσική εκδοχή της.  

Πέρα από αναπαραγωγή της κρίσης του Κράτους δικαίου, η απορρόφηση της εθνικής έννομης τάξης στη δίνη της ανολοκλήρωτης πολιτειακής στροφής που αποκαλούμε «Μνημόνιο» συνιστά δοκιμασία και της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας και ειδικότερα του λόγου τηςπάνω στο ζήτημα της κυριαρχίας. H μεταπολιτευτική νομική δογματική αποτύπωνε, μέχρι τώρα, το συναινετικό κοινοβουλευτικό κλίμα, αφού η ραγδαία υποχώρηση τηςπολιτικής κυριαρχίας, της αφηρημένης δηλαδή κατίσχυσης στο πεδίο του πολιτειακού αυτοκαθορισμού , δεν θεωρούνταν ότι άγγιζε την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας», με άλλα λόγια τη νομική κυριαρχία του ελληνικού Κράτους. Ο θεμελιώδης νεωτερικός διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτόν πουφέρει και σε εκείνον που ασκεί την κυριαρχία λειτούργησε ως ερμηνευτική προκατανόηση του 28 Σ., και η προσαρμογή της ελληνικής στην ενωσιακή τάξη αποδιδόταν συστηματικά στη βούληση του Κυρίαρχου ελληνικού λαού.
            Το Μνημόνιο έρχεται να διαρρήξει, ωστόσο, μεταξύ άλλων και πολύ πιο σημαντικών ισορροπιών, και την ενότητα της συνταγματικής θεωρίας, καθώς η λήψη θέσης, ακόμη και αν πρόκειται για την πιο εκκωφαντική σιωπή, μοιάζει αναπόφευκτη. Η ανατομία, όμως, της σχετικής επιχειρηματολογίας δεν αναδεικνύει τελικά, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, μόνο δύο διαφορετικές αντιλήψεις περί κυριαρχίας (§1), αλλά, επίσης, τη μοιραία έλξη του συνταγματικού μας λόγου απόμια μεταφυσική-ουσιοκρατική εκδοχή της (§2), η οποία έγκειται στον αναγκαίο, είναι η αλήθεια, καταλογισμό των εκφάνσεων της κυριαρχίας, όπως το Μνημόνιο, στη θολή φιγούρα ενός αλάθητου Κυρίαρχου.
 
1. Το Μνημόνιο μεταξύ ουσίας και σύμβασης
 
            Αρκεί μια πρόχειρη ματιά στα επιχειρήματα των «αντιμνημονιακών» για να διαπιστώσει κανείς τη μετατόπιση της εξέτασης της κυριαρχίας από τη νομική στην πολιτειολογική της διάσταση και κατά συνέπεια μια μετωπική και εύλογη αμφισβήτηση ακόμη και της «σχετικής», κατά Μάνεση , αυτονομίας του νομικού κανόνα λόγω της κανονιστικής δύναμης του πραγματικού γεγονότος. Πέρα από τις γνωστές εξόφθαλμες αστοχίες ως προς τη νομοθετική του κύρωση, το Μνημόνιο καταγγέλλεται ως μια de factoπαραχώρηση της εξωτερικής οικονομικής κυριαρχίας γιατί ισοδυναμεί «με εκχώρηση της αρμοδιότητας χάραξης και εφαρμογής της οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής της χώρας» στην τρόικα. Υπό το φως αυτής της ανάλυσης, η κυριαρχία δεν εκλαμβάνεται πια ως το δικαίωμα της απόφασης ή της αρμοδιότητας, εφόσον είναι σαφές ότι τούτο παραμένει στα χέρια του συμβαλλόμενου, ο οποίος «οικειοθελώς προσχώρησε» στη σύμβαση, αλλά ως καθαρή δύναμη, ως potestas με την πολιτική έννοια του όρου . Παρότι η εξωτερική κυριαρχία διέπεται από το καθεστώς της συναίνεσης και η εσωτερική από αυτό της εξουσίασης , είναι προφανές, εάν υιοθετήσουμε αυτά ταεξωνομικά κριτήρια της πολιτειακής βούλησης, ότι δεν υφίσταται ούτε αυθεντική συναίνεση ούτε κατ' επέκταση πραγματικήεξουσίαση. Ενώ, όμως, η παραπάνω άποψη μένει πιστή στις κατηγορίες του (κοινωνιολογικού) θετικισμού, αναδεικνύοντας τη σημασία του ωμού συσχετισμού δυνάμεων στη διαμόρφωση του κανόνα, σημαίνουσα θέση διεκδικεί στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο και ο καθαρός φυσικοδικαιισμός. Ο Κασιμάτης, για παράδειγμα, παρακάμπτει εντελώς το δεδομένο της νομοθετικής βούλησης, το γεγονός ότι ο ν. 3845/2010 δεν εκχωρεί καμία απολύτως αρμοδιότητα σε αλλοδαπό όργανο, αλλά και το ξεκάθαρο δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, για να υποστηρίξει την απαλλοτρίωση νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών αρμοδιοτήτων προς όφελος της τρόικας και κατά συνέπεια την παραβίαση του 28 παρ.2 Σ. Παράλληλα υπογραμμίζει ότι «είναι φανερό ότι οι προβλεπόμενες στις Συμφωνίες δανεισμού ή επιβαλλόμενες από αυτές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν είναι ούτε μπορεί να είναι προϊόν της νομοθετικής βούλησης της Βουλής των Ελλήνων, αλλά των κυβερνήσεων των Δανειστών και των οργάνων εφαρμογής των». Έτσι, αμφισβητείται ανοιχτά και η λογική δυνατότητα του Μνημονίου. Στην πραγματικότητα, το Μνημόνιο παραβιάζει εδώ όχι τη νόρμα, αλλά την ιδέα του συνταγματολόγου περί κυριαρχίας.
            Σε προνομιακό στόχο του αντιμνημονιακού discours αναδεικνύεται η σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης της 8.5.2010, και πιο συγκεκριμένα η περίφημη παραίτηση του Κράτους από τους όρους της ασυλίας του. Από τη στιγμή που η κυριαρχία συνιστά «κριτήριο Κράτους», η επαχθής συμφωνία οδηγεί de jureστην οριστική απώλεια της «κρατικότητας» της Ελλάδας. Η δυνατότητα εκτέλεσης κατά της δημόσιας και όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, ο προσδιορισμός ως εφαρμοστέου του αγγλικού δικαίου και η εκχώρηση της τελευταίας λέξης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στοιχειοθετούν μια παράλογη «νομική αυτοκτονία» του Κράτους, η οποία παραβιάζει τη συνταγματική κόκκινη γραμμή του 28 παρ.3 Σ., το διεθνές mandatory law αλλά και τον υπερσυνταγματικό ουσιαστικό πυρήνα του 110 παρ.1 Σ.. Eίναι, ως εκ τούτου, προφανές ότι η ελληνική Βουλή δεν θα μπορούσε να κυρώσει ποτέ την επίμαχη σύμβαση, ακόμη και αν φορούσε το μανδύα της αναθεωρητικής λειτουργίας. To αντίθετο ισοδυναμεί, για τους αντιμνημονιακούς, με πραγματική επανάσταση.Έτσι συγκροτείται, τελικά, μια ουσιοκρατική άμυνα του Συντάγματος, η οποία ταυτίζει το εθνικό συμφέρον με την εθνική κυριαρχία.
Στην άλλη όχθη, ο λόγος υπέρ του μνημονίου είναι κυρίως πολιτικός. Η επίκληση της «ανάγκης» ή της «ευκαιρίας» καθιστά από θεμιτό έως ευκταίο τον ελπιδοφόρο, για όλους, περιορισμό της κυριαρχίας. Σε ό,τι αφορά τα καθαρά νομικά, η θετικιστική και συμβασιοκρατική θεώρηση απαλλάσσει αυτόματα τους φορείς της από τις προηγούμενες απορίες . Αρκεί η περιγραφή της σύμβασης, όπως αυτή ακριβώς είναι, και η ομαλή της ένταξη στην πυραμίδα του δικαίου. Το Μνημόνιο συνιστά μια βολονταριστική εκδήλωση συμβολαιικής ελευθερίας με όλες τις συναφείς εγγυήσεις (δικαίωμα απόφασης, υπαναχώρησης κ.λπ). Η εγκυρότητά του δεν μπορεί να εξαρτηθεί από δικαιικά αδιάφορες νόρμες δικαιοσύνης ή ηθικής των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Η αυτονομία της βούλησης δεν υπόκειται σε αξιολογήσεις της αλήθειάς της - φτάνει που το Κράτος μίλησε. Είναι, επίσης, σαφής η θέση του Μνημονίου στην ιεραρχία των κανόνων, παρά τον προγραμματικό πολιτικό του χαρακτήρα. Η νομική δέσμευση της χώρας να λάβει τα μέτρα εφαρμογής του ανάγεται, τελικά, σε ενωσιακή υποχρέωση. Συνεπώς, ακόμη και αν δεχτούμε ότι πρόκειται για παραχώρηση φύσει κυριαρχικών αρμοδιοτήτων, με την έννοια του 28 παρ.3 Σ., είναι προφανές, όπως υπονοεί στην εισήγησή της η Σαρπ, ότι αυτή έχει ήδη και μάλιστα έγκυρα αποφασιστεί. Η υπεράσπιση του Μνημονίου λειτουργεί τελείως αντίστροφα σε σχέση με τους αντιπάλους του: πρόκειται για μια ευρωκεντρική θέση η οποία υποδηλώνει ότι το δημόσιο συμφέρον δεν ταυτίζεται με την εθνική κυριαρχία (εν προκειμένω το ακριβώς αντίθετο) ενώ παράλληλα επικυρώνει την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι του Συντάγματος. Το Μνημόνιο εγγράφεται στο ενωσιακό νομικό continuum, αφού αποτελεί, για άλλη μια φορά, μόνον άσκηση και όχι εκχώρησητης ιδιότητας του Κυρίαρχου.
 
2. Το Μνημόνιο και η μεταφυσική θεωρία της κυριαρχίας
                                                                                                                                                                                                                                                                        «...εκείνο που παραχωρείται είναι η άσκηση της κυριαρχίας και όχι κυριαρχία καθ'εαυτήν, η οποία                                                                                                       παραμένει στην πληρότητά της στον ελληνικό λαό»
 
            Τόσο, όμως, αυτοί που επιμένουν στην ουσία του Μνημονίου όσο και εκείνοι που προτάσσουν τη συμβατική του αυτοτέλεια μοιάζει να μοιράζονται μιαν ακλόνητη πεποίθηση που μας αφήνει, το λιγότερο, σκεπτικούς. Και τούτο γιατί η συνταγματική θεωρία δεν επανεξετάζει, παρά το κάλεσμα των καιρών, την κλασική, από τον Sieyès και μετά, διάκριση ανάμεσα στον (ψιλό) κύριο και τον (επι)καρπωτή της κυριαρχίας. Αντιθέτως, η συλλογική πίστη στην πραγματική φιγούρα ενός ανώτερου κυρίαρχου λαού που εμφανίζεται σποραδικά, εκτός δικαίου, και μετά απουσιάζει πανηγυρικά , αλλά συνεχίζει να δεσμεύει, όπως όλοι σχεδόν παραδέχονται, εντός δικαίου, το κατώτερό του συλλογικό υποκείμενο (δηλαδή τους αντιπροσώπους του), συνιστά την αξεπέραστη βάση του διαλόγου ως προς το Μνημόνιο, αλλά και ως προς κάθεπερίπτωση εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας. Η θεμελίωση, όμως, αυτή προσκρούει, θεωρητικά και πρακτικά, σε ένα σημαντικό πρόβλημα, διότι, στην πραγματικότητα, στερείται του ίδιου της του θεμελίου. Νομικά, και ίσως όχι μόνο, ο «κυρίαρχος λαός» αποδεικνύεται μάλλον μια ανεύρετη σύλληψη.
             Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ένα «Μνημόνιο», σημερινό ή μελλοντικό, προβλέπει την αναμφισβήτητη κατάργηση της κυριαρχίας του ελληνικού Κράτους και την εκχώρηση της τελικής αρμοδιότητας στην τρόικα. Σε αυτήν την περίπτωση, η θεωρία θα ανέτρεχε αμέσως στο 28 παρ.3 Σ. ή στο 110 παρ.1 Σ., στην πρωτογενή δηλαδή συντακτική εξουσία, για να αποκλείσει λογικά (θετικισμός) ή αξιακά (φυσικοδικαιισμός) τη συνταγματική κατοχύρωση της αυτοκαταστροφικής σύμβασης. Αναπόφευκτη θα ήταν η θεωρητική σύγχυση: η «τρελή» αναθεωρητική λειτουργία θα εμφανιζόταν ταυτόχρονα ωςσυντακτική εξουσία - αφού θα μπορούσε εύκολα να ανατρέψει άλλες, λιγότερο σημαντικές αλλά, εντούτοις, αναντίρρητεςεπιλογές της πρωτογενούς - και ως συντεταγμένη, καθώς θα δεσμευόταν, ως προς τα καθ' ύλην σπουδαία, από την ίδια και απαράλλακτη βούληση . Η συμβατότητα του Μνημονίου και του κάθε Μνημονίου με έναν υπέρτερο του Συντάγματος συνταγματικό πυρήνα(φιλελεύθερη δημοκρατία), είτε αυτός λειτουργεί εσωστρεφώς είτε εξωστρεφώς , προϋποθέτει μια εκτός απόφασης «ουσία» της κυριαρχίας, εθνική ή ευρωπαϊκή, η οποία αποδίδεται σε έναν απόντα λαό.  
             Ακόμη, όμως, και αν παρακάμψουμε τα σύνθετα θεωρητικά προβλήματα, θα διαπιστώσουμε ότι και οι νομικές συνέπειες της δημοφιλούς διάκρισης ουσίας - άσκησης της κυριαρχίας είναι μάλλον ασήμαντες. Εάν διατρέξουμε τη συνταγματική μας ιστορία, θα ανακαλύψουμε ότι όλες ανεξαιρέτως οι ολοκληρωμένες συνταγματικές μας μεταβολές, «παράνομες» και νόμιμες, ανέπτυξαν πλήρως τα κανονιστικά τους αποτελέσματα. Επίσης, κανένα δικαστήριο δενπεριφρούρησε ποτέ την περίφημη συντακτική εξουσία, δηλαδή τον «κυρίαρχο» λαό, αποδοκιμάζοντας την αναθεωρητική . Ακόμη, και όμως, αν το έκανε, αυτό δεν θα σήμαινε την επιβλητική (επαν)εμφάνιση του εν υπνώσει κυρίαρχου λαού, αλλά και πάλι, όπως συνεχώς συμβαίνει στο Κοινοβούλιο, την επικαιροποίησή του στο πρόσωπο του οργάνου που τον ερμηνεύει αυθεντικά. Άλλωστε, όλοι γνωρίζουμε ότι ακόμη και όταν ο λαός παρουσιάζεται ως κατεξοχήν πρωτογενής και αυτεξούσιος, όπως για παράδειγμα στο δημοψήφισμα του 1974, δεν αποτελεί παρά την απόλυτα συντεταγμένη και όχι τη συντακτική εκδήλωση μιας προσδιορισμένης, βάσει νόμου και ερωτήματος, βούλησης . Σε ό,τι αφορά δε την ευρωπαϊκή ενοποίηση, η επιμονή στο κριτήριο μιας πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας (ευρωπαϊκός λαός/δήμος), όχι μόνον δεν έχει αποτρέψει μέχρι τώρα την εκχώρηση από τα Κράτη στην Ε.Ε. παραδοσιακών κυριαρχικών αρμοδιοτήτων (π.χ. κοπή νομίσματος), αλλά μάλλον αποκλείει και τη δυνατότητα ανάδυσης ενός νομιμοποιημένου, με την έννοια του παντοδύναμου δημιουργού, «Ευρωπαίου Κυρίαρχου», διότι και αυτός μόνο παράγωγος μπορεί να είναι . Επιγραμματικά, η σύλληψη του «κυρίαρχου λαού» φαίνεται να δεσπόζει κυρίως στο φαντασιακό της νομικής θεωρίας.
            Γιατί, λοιπόν, παραμένουμε αθεράπευτα δέσμιοι της θεολογικής πεποίθησης στην ύπαρξη μιας ενσαρκωμένηςοντότητας που μας κληροδοτεί τα θελήματά της, ενώ πράττουμε συχνά, και όχι βέβαια μόνον εμείς , το ακριβώς αντίθετο; Πώς είναι δυνατόν να διερευνούμε τη συμβατότητα του Μνημονίου και του κάθε Μνημονίου με τη βούληση του αυθεντικού λαού του 1975, ο οποίος παραπέμπει σε αυτόν του 1911/1864, αν όχι πιο πίσω; Ίσως γιατί μόνον έτσι μπορούμε αφενός να διαφυλάξουμε επιστημολογικά την ιδιότητά μας ως συνταγματολόγοι και αφετέρου, ως πολιτικά υποκείμενα, να διατηρήσουμε τη (ψευδή) συνείδηση της ιδανικής δημοκρατικής νομιμοποίησης του αυτοκαθορισμού μας. Ωστόσο, στην παρούσα (μνημονιακή) συγκυρία, ακόμα και τα πιο βαριά ιδεολογικά ονόματα που συστηματοποιούν την έννομη τάξη και θεμελιώνουν την υπακοή μας σε αυτήν, όπως αυτό της κυριαρχίας , μοιάζει να έχουν χάσει τη διαπλαστική τους δύναμη

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Μεταναστευτικά ρεύματα και κοινωνική ένταξη στην σύγχρονη Ελλάδα


Με αφορμή τη διαπίστωση ότι η Ελλάδα έχει, για μια ακόμη φορά, διαμορφωθεί σε χώρα υποδοχής μεταναστών, ο Π. Μαντζούφας θίγει τέσσερα ζητήματα που αφορούν στο μεταναστευτικό: τα παγκόσμια χαρακτηριστικά και οι ελληνικές ιδιαιτερότητες της μετανάστευσης, το νομικό καθεστώς των μεταναστών, η διαμόρφωση της εθνικής μας ταυτότητας και η απονομή ιθαγένειας στους μετανάστες δεύτερης γενιάς. Η μελέτη καταλήγει με ορισμένες σκέψεις για την κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών.

Είναι πρόδηλο ότι Ελλάδα έχει μετατραπεί από χώρα αποστολής μεταναστών σε χώρα υποδοχής, ενώ είναι προφανές ότι το μεταναστευτικό κύμα έχει επηρεάσει βαθιά την ελληνική κοινωνία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια καθώς συνέπεσε με μια περίοδο μακρόχρονης οικονομικής ανάπτυξης. Σε επίπεδο δημόσιων πολιτικών για την μετανάστευση διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες ρυθμίσεων: εκείνες που αφορούν στην ρύθμιση της ροής της μετανάστευσης και στον έλεγχο των μεταναστών και στις ρυθμίσεις που αφορούν στη ζωή των μεταναστών μέσα σε ένα κράτος, δηλαδή στα δικαιώματα τους και στην συμμετοχή τους στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας, αυτό που ονομάζουμε ενσωμάτωσή τους. Στo κείμενό μου θα προσπαθήσω να θίξω τέσσερα ζητήματα που αφορούν το μεταναστευτικό: τα παγκόσμια χαρακτηριστικά της μετανάστευσης και τις ελληνικές ιδιαιτερότητες (Α), το νομικό καθεστώς των μεταναστών (Β), τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε ιστορικά η εθνικής μας ταυτότητας και πως αυτό μπορεί να επηρεάσει την απονομή ιθαγένειας στους μετανάστες δεύτερης γενιάς (Γ) και τέλος την κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών (Δ).   
Α. Στο οικονομικό επίπεδο η Ελλάδα του 21ου αιώνα είναι ενταγμένη στην ΕΕ και στην ζώνη του ευρώ και σύμφωνα με τις στατιστικές του ΟΟΣΑ ανήκει στις τριάντα πλουσιότερες χώρες του πλανήτη με αντίστοιχες επιδόσεις στο δείκτη ποιότητας ζωής του ΟΗΕ. Στο πολιτικό επίπεδο βιώνει, μετά την μεταπολίτευση, το μακροβιότερο και σταθερότερο δημοκρατικό πολίτευμα στα 180 χρόνια του ανεξάρτητου βίου της, αφήνοντας πίσω της, εμφύλιες συρράξεις και διχασμούς, αυταρχικά καθεστώτα και πολιτική αστάθεια. Στο κοινωνικό επίπεδο, μετά την εξωτερική μετανάστευση της περιόδου 1950-1980, την μαζική εσωτερική μετανάστευση στα αστικά κέντρα -που δημιούργησε τον υδροκεφαλισμό της Αθήνας- και την ένταξη εκτεταμένων κοινωνικών στρωμάτων, από το περιθώριο που τους είχε θέσει το μετεμφυλιακό κράτος, στους μηχανισμούς κοινωνικής ανόδου, το σύγχρονο φαινόμενο της μετανάστευσης έχει δημιουργήσει μια νέα κοινωνική πραγματικότητα. Με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά της Ελλάδας και την γεωγραφική της θέση, σε συνδυασμό με τον Βαλκανικό περίγυρο και τις εντεινόμενες ανισότητες μεταξύ Βορά και νότου δεν είναι παράξενο που η χώρα μας προσελκύει μετανάστες. 
 Το γεγονός αυτό δεν είναι νέο για την Ελλάδα, -αν σκεφτούμε τη σταδιακή επέκταση του ελληνικού κράτους και το τεράστιο προσφυγικό ρεύμα μετά την μικρασιατική καταστροφή- ούτε αποκλειστικά ελληνικό. Αντίθετα τα μεταναστευτικά ρεύματα ήταν πάντοτε ανοιχτά, με αυξομειούμενη ένταση, ανάλογα την οικονομική και πολιτική συγκυρία, και ενισχυόμενα από τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και τις περιβαλλοντικές απειλές που συνταράσσουν τον πλανήτη. Οι άνθρωποι πάντοτε αναζητούσαν καλύτερη τύχη και περισσότερες ευκαιρίες για ευημερία, για εκπαίδευση, για ελευθερία και ήταν και είναι διατεθειμένοι να υποστούν θυσίες, στερήσεις και να αλλάξουν τόπους, προκειμένου να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους και να εκπληρώσουν τα όνειρά τους. Αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ. Όπως δεν θα σταματήσουν και ορισμένα στερεότυπα που αναπαράγονται συνεχώς και προσλαμβάνουν το μεταναστευτικό φαινόμενο φοβικά και αμυντικά.
 Ας σκιαγραφήσουμε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της μετανάστευσης, προσπαθώντας παράλληλα να καταρρίψουμε και τους αντίστοιχους μύθους που την περιβάλλουν. Καταρχήν, η μετανάστευση δεν είναι αποκλειστικά προϊόν φτώχειας και οικονομικής στασιμότητας, αλλά και αλλαγής του τρόπου παραγωγής των οικονομιών. Κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν ολοκλήρωσε την εκβιομηχάνισή του χωρίς να δεχθεί αλλά και να εξάγει ένα μεγάλο αριθμό μεταναστών. Οι μετανάστες δεν κατευθύνονται τυφλά όπου τους ρίξει η μοίρα, ούτε στην κοντινότερη πλούσια χώρα, αλλά εκεί που υπάρχουν δίκτυα ομοεθνών που διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους. Επιπλέον δεν είναι παρείσακτοι, ούτε απρόσκλητοι, αλλά πάνε εκεί όπου υπάρχει πραγματική ζήτηση υπηρεσιών, και κατά κανόνα συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας χώρας. Συνεπώς «δεν μας παίρνουν τις δουλειές», αλλά καλύπτουν πλήθος ανάγκες που δεν είχαν εργατικά χέρια, ενώ ζωντανεύουν και τις δημογραφικά γερασμένες κοινωνίες. Ειδικά για την Ελλάδα οι μετανάστες αύξησαν τις θέσεις εργασίας κατά 20% και συνέβαλλαν στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5% ετησίως, ενώ συγκράτησαν τον πληθωρισμό, κάλυψαν ελλείψεις σε ειδικότητες, αναζωογόνησαν περιοχές της υπαίθρου και καλλιέργειες που ήταν σε μαρασμό, γέμισαν σχολικές αίθουσες, ανέλαβαν οικιακές φροντίδες, επιτρέποντας κυρίως σε πολλές γυναίκες να εργάζονται, και εισέφεραν σημαντικά ποσά στα ασφαλιστικά ταμεία. Οι μετανάστες δεν αποδημούν για μόνιμη εγκατάσταση, αλλά πρωτίστως σκοπεύουν να παλινοστήσουν, άσχετως αν θα τα καταφέρουν, καθώς η επιστροφή στην πατρίδα, μετά από πολλά χρόνια, καθίσταται δύσκολη. Η Ευρώπη, αντίθετα με την κυρίαρχη μηντιακή κινδυνολογία, έχει χαμηλότερα ποσοστά μεταναστών(μεταξύ 12% και 15%) από τις άλλες περιοχές του πλανήτη, ενώ κατοικούν σε αυτή περίπου -με στοιχεία του 2006- 15.000.000 μετανάστες, δηλαδή μόνο το 3,5% του πληθυσμού. Συνεπώς η μετανάστευση είναι ένα καθολικό και διαχρονικό φαινόμενο.
Σήμερα, μετά τα μεγάλα τρομοκρατικά χτυπήματα σε Αμερική, Ισπανία και Αγγλία, προσλαμβάνουμε την μετανάστευση και ως απειλή στην ασφάλειά μας. Αντιλαμβανόμαστε το μεταναστευτικό ως ένα ζήτημα αστυνομικής διαχείρισης, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι η εξέταση των αιτημάτων ασύλου στην Ελλάδα ανήκει και στην αρμοδιότητα της αστυνομίας. Η αντιμετώπιση της μετανάστευσης με όρους ποινικής καταστολής που οδηγεί μια μεγάλη μάζα του μεταναστευτικού πληθυσμού σε ένα καθεστώς ομηρίας -καθώς η μετάβασή του στην νομιμότητα καθίσταται ατελέσφορη- εκτρέφει παραβατικές συμπεριφορές και τροφοδοτεί ένα αίσθημα ανασφάλειας τόσο στους μετανάστες όσο και στους πολίτες, καθώς αμφότεροι αισθάνονται απειλούμενοι. Η αύξηση της εγκληματικότητας οφείλεται στην φτώχια και την περιθωριοποίηση ανεξάρτητα αν αυτοί που βρίσκονται στο περιθώριο είναι μετανάστες ή μη. Μια πραγματικά ασφαλής κοινωνία δεν έχει μόνο αποτελεσματική αστυνομία, αλλά και οργανωμένη εκπαίδευση που σέβεται την ταυτότητα των μεταναστών, διαθέτει μηχανισμούς περίθαλψης που τους φροντίζουν, και σύγχρονη εργατική νομοθεσία που τους προστατεύει. Και τότε το πρόβλημα της ασφάλειας τίθεται σε άλλη βάση. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεκμηριωθεί στατιστικά η συμβολή των μεταναστών στην αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα μας. Τέλος, προτάσεις για μηδενική ανοχή και για πλήρες κλείσιμο των συνόρων στην λαθρομετανάστευση είναι μη πραγματιστικές και αφελείς. Καμιά χώρα δεν μπορεί να κλείσει ερμητικά τα σύνορά της, διότι τα σύνορα είναι εκ των πραγμάτων πάντοτε πορώδη. Οι δημοκρατικές κοινωνίες δεν μπορούν να εντείνουν υπερβολικά τα μέτρα καταστολής της λαθρομετανάστευσης, διότι αυτό θα αντανακλάται σε περιορισμούς της ελευθερίας των ίδιων των πολιτών. Η ανελευθερία απέναντι στους άλλους, μας κάνει μοιραία ανελεύθερους απέναντι στους εαυτούς μας.       
Για την Ελλάδα, η μετανάστευση και η παρουσία τόσο πολλών αλλοδαπών σε σχέση με το παρελθόν γύρω μας, εγειρεί ένα σωρό μείζονες προκλήσεις, οι σημαντικότερες εκ των οποίων είναι διανοητικής φύσεως. Τι εκπροσωπεί ο μετανάστης σε σχέση με το γηγενή πληθυσμό; Τι σημαίνει για την οικονομία μας, τον πολιτισμό μας, τις κοινωνικές μας σχέσεις, να συμβιώνουμε με αλλογενείς, αλλόθρησκους, ανθρώπους με άλλες συνήθειες και ήθη; Απειλούν την κοινωνική μας συνοχή, την εθνική και πολιτιστική μας ταυτότητα, την ασφάλεια μας, την ευημερία μας;
Η αναπόφευκτη εμπλοκή με παρόμοια ερωτήματα συνιστά μείζονα δοκιμασία για τις κατεστημένες και ιδεολογικά παγιωμένες αντιλήψεις που είχαμε για τους ίδιους μας τους εαυτούς. Όποιος έχει απέναντί του έναν «άλλο», μοιραία θα αναμετρηθεί με ερωτήματα γύρω από την δική του ταυτότητα, ιδίως όταν έχει συνηθίσει να ζει σε ένα περιβάλλον γλωσσικής, εθνοτικής και θρησκευτικής ομοιογένειας, και βαυκαλίζεται με ιδεολογήματα περί περιούσιου λαού και κληρονόμου αρχαιοελληνικών επιτευγμάτων. Η νεοελληνική αμφιθυμία γύρω από το ποιοι είμαστε -ένα εκκρεμές που κινείται ταχύτατα μεταξύ φαντασιακής μεγαλομανίας και απαξιωτικού αυτοοικτιρμού- ενώ προϋπήρχε του μεταναστευτικού, παροξύνεται από αυτό, καθώς το τελευταίο λειτουργεί ως καθρέφτης που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την εθνική μας ταυτότητα. Ο τρόπος αυτός αλλάζει και εξαιτίας των μεταναστών.
Συνεπώς προτείνω να αντιμετωπίσουμε το μεταναστευτικό ζήτημα όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως ένα πεδίο γύρω από το οποίο διανοίγεται ένα ευρύτατο φάσμα κοινωνικών φαινομένων, θέτοντας προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες για το μέλλον.
Β. Καταρχήν ποιοι είμαστε εμείς, οι σημερινοί έλληνες πολίτες, οι υπήκοοι του ελληνικού κράτους και ποιοι είναι οι μετανάστες, αυτοί που έρχονται από ένα άλλο κράτος, που είναι πολίτες μιας άλλης κρατικής οντότητας και που θέλουν να ζήσουν μαζί μας προσωρινά ή μόνιμα. Μια προσπάθεια περιγραφής του μεταναστευτικού φαινομένου πρέπει να ξεκινήσει από την καταγραφή των διαφόρων κατηγοριών μεταναστών με κριτήριο τα νομικά καθεστώτα στα οποία η ελληνική πολιτεία κατατάσσει τους αλλοδαπούς. 
Από την σκοπιά του νομικού, η διάκριση μεταξύ αλλοδαπού και ημεδαπού είναι καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπιση που επιφυλάσσει η ελληνική πολιτεία σε όσους διαμένουν στην χώρα. Θεμέλιο αυτής της διάκρισης είναι η κατοχή ή μη της ελληνικής Ιθαγένειας. Αρκετά από τα συνταγματικά δικαιώματα προϋποθέτουν την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, δηλαδή την ελληνική ιθαγένεια που είναι ο νομικός δεσμός ενός ατόμου με το ελληνικό κράτος.   
 Ο όρος μετανάστης ή αλλοδαπός συνιστά έναν όρο γένους που περιλαμβάνει πολλές και ποικίλες νομικές κατηγορίες ανθρώπων που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια και που απολαμβάνουν εντελώς διαφοροποιημένα και διακριτά καθεστώτα απόλαυσης δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια όσοι έχουν εισέλθει νόμιμα στη χώρα δηλαδή οι νόμιμοι μετανάστες υπάγονται σε πολλές κατηγορίες και η ελληνική πολιτεία τους επιφυλάσσει διαφορετική αντιμετώπιση.
Εκτός από αυτούς, υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία αλλοδαπών φυσικών προσώπων που είναι εκείνοι που εισέρχονται παράνομα στη χώρα (λαθρομετανάστες, οικονομικοί πρόσφυγες) και διαμένουν παράνομα σε αυτήν είτε εξαρχής, είτε διότι έχει λήξει η άδεια διαμονής τους και δεν έχει ανανεωθεί για διάφορους λόγους. 
Το νομικό καθεστώς των αλλοδαπών ρυθμίζεται από το Σύνταγμα και το δίκαιο καταστάσεως αλλοδαπών. Μεταξύ των αλλοδαπών πρέπει να διακρίνουμε τους Ευρωπαίους πολίτες -δηλαδή εκείνους που έχουν την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους της ΕΕ, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό, ως προς τα δικαιώματα, εξομοιώνονται με τους Έλληνες-, από τους υπηκόους τρίτων χωρών δηλαδή όσους δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους της ΕΕ.
Ο ισχύον ν. 3386/2005 ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες νόμιμης εισόδου και αδειοδότησης της διαμονής αλλοδαπών τρίτων χωρών. Εισάγει συνολικά 30 διαφορετικούς τύπους άδειας διαμονής ανάλογα με το λόγο για τον οποίο ένας αλλοδαπός ζητά να παραμείνει στην Ελλάδα. Οι λόγοι αφορούν σε εξαρτημένη εργασία ή ανεξάρτητη παροχή υπηρεσιών, ελεύθερο επάγγελμα, σπουδές, έρευνα, επαγγελματική κατάρτιση, ανθρωπιστικούς λόγους, οικογενειακή επανένωση, άδειες μακροχρόνιας διαμονής κλπ. Συνεπώς, οι κάτοχοι των αδειών συνιστούν το νόμιμο μεταναστευτικό πληθυσμό που προέρχεται από χώρες εκτός ΕΕ και έχει κυρίως κίνητρα οικονομικά και σκοπό τον βιοπορισμό ή την οικογενειακή επανένωση. Μια ειδική κατηγορία είναι οι αλλοδαποί δεύτερης γενιάς που γεννήθηκαν ή ήλθαν στην Ελλάδα σε μικρή ηλικία, ενηλικιώθηκαν εδώ, και εντάχθηκαν οι περισσότεροι στο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτοί διαφέρουν από τους γονείς τους, διότι η Ελλάδα είναι συνήθως η μόνη χώρα που γνωρίζουν και εδώ θέλουν οι περισσότεροι να ζήσουν. Οι πολλές εκκρεμότητες που χαρακτηρίζουν αυτή την κατηγορία (κυρίως ότι αντιμετωπίζονταν ως οικονομικοί μετανάστες βραχείας διαμονής) οδήγησαν τον νομοθέτη με το νόμο 3838/2010 να παράσχει σε όσους επιθυμούν την δυνατότητα απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας. Είναι ένα ζήτημα που θα εξετάσουμε και στην συνέχεια.
Με στοιχεία του Σεπτεμβρίου του 2009, όσοι διαθέτουν άδεια διαμονής αγγίζουν τις 620.000, εκ των οποίων οι 230.000 περίπου ανήκουν στους μετανάστες δεύτερης γενιάς. Από το σύνολο των μεταναστών το 70% (435.000) προέρχονται από την Αλβανία.
Σημαντική μερίδα του αλλοδαπού πληθυσμού που κατοικεί στην Ελλάδα είναι η κατηγορία των ομογενών. Ως τέτοιοι λογίζονται όσοι δεν έχουν ελληνική ιθαγένεια, αλλά έχει κριθεί ότι διαθέτουν ελληνική «εθνική καταγωγή» αλλά και εθνική συνείδηση. Ο ομογενής αλλοδαπός σύμφωνα με την νομολογία και την διοικητική πρακτική, πρέπει να πληρεί αντικειμενικά κριτήρια καταγωγής, τα οποία οφείλει να αποδεικνύει (γλώσσα, θρησκεία, ιστορία) και στην συνέχεια να πείσει τα αρμόδια όργανα για την εθνική του συνείδηση. Οι ομογενείς διακρίνονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες με κριτήριο το νομικό καθεστώς της διαμονής και μεταχείρισής τους στην Ελλάδα. Η πρώτη κατηγορία είναι οι ομογενείς από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι έτυχαν εξαρχής ευνοϊκής μεταχείρισης με στόχο να αποκτήσουν γρήγορα την ελληνική ιθαγένεια. Μέχρι σήμερα 200.000 από αυτούς έχουν αποκτήσει ελληνική ιθαγένεια, ενώ 4.000 από αυτούς έχουν αποκτήσει Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς διότι δεν ήθελαν την ιθαγένεια, ενώ εκκρεμούν περίπου 5.000 αιτήσεις για απόκτηση της.
Η δεύτερη κατηγορία ομογενειακού πληθυσμού είναι οι προερχόμενοι από την Αλβανία. Σε αυτούς η πολιτική που εφαρμόστηκε δεν κατέτεινε στην απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας αλλά στην χορήγηση ειδικών τίτλων-αδειών διαμονής και στην αναγνώριση ενισχυμένων δικαιωμάτων σε σχέση με τους άλλους αλλοδαπούς. Το 2006 η πολιτική αυτή άλλαξε με αποτέλεσμα να αποκτήσουν την ιθαγένεια περίπου 30.000 ομογενείς, ενώ παραμένουν περίπου 206.000 με ειδικά Δελτία Ταυτότητας Ομογενών. Η τρίτη κατηγορία αφορά όσους δεν περιλαμβάνονται στις παραπάνω κατηγορίες και διαθέτουν ειδικές άδειες ομογενούς από άλλες χώρες που εκδίδονται από αστυνομικές αρχές. Αυτοί είναι περίπου 3.000. Το σύνολο λοιπόν των αλλοδαπών με ειδικό καθεστώς ομογενούς ανέρχεται στις 217.000.
Ως προς τους Ευρωπαίους πολίτες εφόσον παραμείνουν παραπάνω από τρεις μήνες χρειάζονται -αν και ελάχιστοι τηρούν τις προβλεπόμενες διατυπώσεις- και αυτοί τίτλους διαμονής από την αστυνομία. Οι μόνιμα διαμένοντες πολίτες της ΕΕ στην Ελλάδα υπολογίζονται στις 126.000.
Μια επίσης σημαντική κατηγορία είναι οι αλλοδαποί που απολαμβάνουν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τους πρόσφυγες και όσους εμπίπτουν στο καθεστώς επικουρικής προστασίας. Πέραν της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του Πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967 για τους πρόσφυγες, η ΕΕ στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής για το άσυλο έχει εκδώσει μια σειρά οδηγίες οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην εσωτερική έννομη τάξη και οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις και διαδικασίες για την αναγνώριση ενός προσώπου ως πρόσφυγα. Δικαίωμα παραμονής στη χώρα έχουν και οι αιτούντες άσυλο στους οποίους μπορεί να αναγνωριστεί προσωρινά η δυνατότητα απασχόλησή τους. Όσον αφορά το ανθρωπιστικό καθεστώς, οι σχετικές ρυθμίσεις δεν ανάγονται στο κοινοτικό καθεστώς αλλά εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του κράτους εφόσον διαπιστώσει ότι συντρέχουν λόγοι ανθρωπιστικού χαρακτήρα στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Όλους τους παραπάνω τίτλους διαμονής τους χορηγούν οι αστυνομικές αρχές της χώρας. Μέχρι σήμερα το σύνολο όσων έχουν αιτηθεί άσυλο είναι 46.000 (Αύγουστος 2009), ενώ όσοι ανήκουν στα προηγούμενα καθεστώτα είναι περίπου 2000. Η Ελλάδα κατέχει το μικρότερο ποσοστό χορήγησης ασύλου (0,04%) μεταξύ όλων των χωρών και αρνείται την προσφυγική ιδιότητα σε ανθρώπους που δικαιούνται διεθνούς προστασίας.
Τέλος, σημαντική είναι η κατηγορία των αλλοδαπών που διαμένουν στην Ελλάδα, ωστόσο η διαμονή τους δεν είναι νόμιμη. Όταν μιλάμε για τους παράνομους μετανάστες εννοούμε τους αλλοδαπούς που εισήλθαν και διαμένουν παράνομα στην Ελλάδα χωρίς να τους έχει αναγνωριστεί ένα καθεστώς νόμιμης διαμονής, καθώς και εκείνοι που παραβίασαν τους όρους της νόμιμης διαμονής που τους είχε αναγνωριστεί στο παρελθόν και ανεξάρτητα της κατηγορίας στην οποία υπάγονταν (ομογενείς, πρόσφυγες, ανθρωπιστική προστασία, λήξη και μη ανανέωση ετήσιας άδειας διαμονής κλπ). Στην χώρα μας μεταξύ 1998 και 2007 έχουν υλοποιηθεί διαδοχικά προγράμματα νομιμοποίησης διαμονής με συνέπεια οι περισσότεροι που διαμένουν παράνομα στη χώρα να μην τους είχε αναγνωριστεί στο παρελθόν το καθεστώς της νόμιμης διαμονής, ή να είχαν υποβάλλει αίτημα ασύλου το οποίο απορρίφθηκε. Στην Ελλάδα συλλαμβάνεται το 75% των παράνομα εισερχομένων στην ΕΕ, γι’ αυτό απαιτείται μεγαλύτερη ενεργοποίηση της Frontex, της υπηρεσίας της ΕΕ για την φρούρηση των εξωτερικών συνόρων με την αποστολή πλοίων, αεροπλάνων και ειδικευμένου προσωπικού κυρίως στα ανατολικά σύνορά μας με την Τουρκία. Κατά τα φαινόμενα η παράνομη μετανάστευση πανευρωπαϊκά δεν είναι εύκολο να ανακοπεί, ενώ ειδικά στην χώρα μας έχει πλήρως εκφυλιστεί η διάκριση μετανάστη από πρόσφυγα. Ειδικά η Ελλάδα -και η Ιταλία- λόγω της γεωγραφικής της θέσης διευκολύνει αφάνταστα το έργο των οργανωμένων δικτύων διακίνησης λαθρομεταναστών.
Οι παράνομοι μετανάστες απομακρύνονται από τη χώρα με το θεσμό της διοικητικής απέλασης για την εκτέλεση της οποίας ο μετανάστης μπορεί να κρατηθεί έως και 12 μήνες (άρθρο 48 ν. 3772/2009), ενώ μπορεί να απελαθεί ακόμα και αν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών μηνών, παραβιάζοντας έτσι και την ΕΣΔΑ. Στην πράξη η απέλαση εφαρμόζεται δύσκολα όταν ο αλλοδαπός έχει μακροχρόνιους δεσμούς με την χώρα (π.χ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα ή είναι μακροχρόνια διαμένων)και έτσι οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές επιδεικνύουν επιείκεια, ενώ παραμένει ανεκτέλεστη στις περιπτώσεις που οι αλλοδαποί -συνήθως χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα- προέρχονται από μη συνεργάσιμες χώρες[1]. Οι συγκεκριμένοι αλλοδαποί παραμένουν στη χώρα σε ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς ανοχής χωρίς δικαιώματα και χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αξιοπρεπούς επιβίωσης. Ουσιαστικά είναι μη απελάσιμοι και χωρίς χαρτιά και ως εκ τούτου πιεζόμενοι από την ανέχεια και την εξαθλίωση εξωθούνται σε παράνομες συμπεριφορές αλλά και γίνονται αντικείμενο άγριας οικονομικής εκμετάλλευσης. Αξιόπιστα στοιχεία για τον αριθμό των παράνομων μεταναστών δεν μπορούν να υπάρχουν, καθώς ο αριθμός συλλήψεων που αναφέρει η αστυνομία αφορά σε επεισόδια και όχι σε άτομα. Το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής, με στοιχεία του 2008, τους υπολογίζει σε 200.000 -με αυξητικές τάσεις- με πλειοψηφία τους αλβανούς πολίτες (ποσοστό 40%) και σημαντικά ποσοστά από Αφγανιστάν, Ιράκ, Πακιστάν, Σομαλία και Παλαιστίνη.
Συνοπτικά και με βάση τα παραπάνω στοιχεία το ποσοστό των αλλοδαπών που εισήλθαν στην χώρα τα τελευταία είκοσι χρόνια προσεγγίζει το 1.400.000 ανθρώπους, περιλαμβανομένων των ομογενών που απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια και όσων διαμένουν νόμιμα και παράνομα. Η ύπαρξη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων αποτελεί την αναγκαία βάση για την οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση πάνω στο θέμα.
Γ. Ένα βασικό ερώτημα που ανακύπτει και προηγείται της παρούσας συζήτησης για την απονομή της ιθαγένειας σε μετανάστες δεύτερης γενιάς είναι να εξετάσουμε ιστορικά και εντελώς συνοπτικά τους όρους διαμόρφωσης της εθνικής μας ταυτότητας από καταβολής νεοελληνικού κράτους. Πολίτες σύμφωνα με τα επαναστατικά συντάγματα του 1821, λογίζονταν οι αυτόχθονες χριστιανοί ορθόδοξοι καθώς και οι φιλέλληνες που ήλθαν να συνδράμουν την επανάσταση. Μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους το 1830, ο ελληνικός εθνικισμός έθεσε το στόχο της Μεγάλης Ιδέας (Ι. Κωλλέτης 1848) δηλαδή της συμπερίληψης στον εθνικό κορμό όσων ζουν εκτός επικράτειας μιλούν την ελληνική γλώσσα και είναι χριστιανοί, δηλαδή των αλύτρωτων Ελλήνων. Από τότε υπήρχε αυτή η ιδιαιτερότητα της διαίρεσης του έθνους μεταξύ όσων ζουν εντός του κράτους και όσων διαμένουν εκτός της επικράτειας, αλλά με σαφή αναγνώριση του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της Μεγάλης Ιδέας.
Η διαίρεση αυτή απέκτησε οξύτητα στην Εθνοσυνέλευση του 1844 λόγω της διαμάχης αυτοχθόνων-ετεροχθόνων, αλλά και μετά την υποδοχή ενός τεράστιου αριθμού προσφύγων στη μικρασιατική καταστροφή. Το ελληνικό κράτος στην προσπάθειά του να εντάξει στους κόλπους του όσους ενσωματώθηκαν στην ελληνική κοινωνία μετά τους επιτυχημένους Βαλκανικούς πολέμους και την υποδοχή των προσφύγων, υιοθέτησε μια ευρεία και ευέλικτη αντίληψη περί έθνους και υποδύθηκε σε μια τεράστια προσπάθεια αφομοίωσης του πληθυσμού που εισέρρευσε στη χώρα, προσπαθώντας παράλληλα να μειώσει τα πραγματικά μειονοτικά μεγέθη (Τσάμηδες, Βλάχοι, Αρβανίτες) όπου μπορούσε -ακόμα και με αφαίρεση της ιθαγένειας στους μειονοτικούς και στους κομμουνιστές μετά τον εμφύλιο- και παράλληλα να εντείνει τις προσπάθειες εθνικής και θρησκευτικής ομογενοποίησης του πληθυσμού. Μετά την οριστικοποίηση των συνόρων του έθνους-κράτους το 1923 και ειδικά μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η αντίληψη για το ποιος είναι Έλληνας συγκροτείται μέσα από ένα συνδυασμό αποκλεισμών και υπερίσχυσης κριτηρίων καταγωγής και εθνικής συνείδησης.
Επειδή πάντα η εθνική ταυτότητα συγκροτείται σε αντιπαράθεση με κάποιον «έτερο» που προσλαμβάνεται ως εχθρός, από τα χρόνια της επανάστασης του 1821, ως κυρίαρχη αντίπαλη ετερότητα, θεωρήθηκε η οθωμανική μουσουλμανική αυτοκρατορία και αργότερα το τουρκικό έθνος. Από τότε το γένος -ένας όρος συναισθηματικά φορτισμένος που παραπέμπει στο προνεωτερικό σύνολο των χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας- αποκτά κεντρική σημασία, καθώς η ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας μετά το 1923 σφραγίζεται από την διάκριση ομογενείς-αλλογενείς. Ομογενής χαρακτηρίζεται εκείνος που έχει κοινή καταγωγή δηλαδή δεσμούς αίματος με την ευρύτερη οικογένεια του έθνους. Έτσι οι αλλοδαποί μπορεί να είναι, είτε ομογενείς, είτε αλλογενείς έχοντας διαφορετικές πιθανότητες να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Η καταγωγή είναι ένα στοιχείο απόλυτο και συμπαγές που δεν αποδεικνύεται και ως εκ τούτου δεν αμφισβητείται, όπως η γλώσσα και η θρησκεία, ενώ είναι κατάλληλο για σταθερές διακρίσεις και μόνιμους αποκλεισμούς. Συνεπώς από την συνοπτική αναδρομή στην ελληνική ιστορία από την ίδρυση του κράτους μέχρι σήμερα έχουν μεταβληθεί πολλές φορές οι κυρίαρχες αντιλήψεις τόσο για το ποιος είναι Έλληνας όσο και για το ποιος είναι ξένος. Άλλοτε κριτήριο της ελληνικότητας ήταν η θρησκεία (επαναστατικά Συντάγματα, Συνθήκη Λωζάνης), άλλοτε η γλώσσα (Κ. Παπαρηγόπουλος) και άλλοτε η εθνική καταγωγή και συνείδηση. Αντίστοιχες αλλαγές είχαμε και στον ορισμό του ξένου, έτσι ώστε αρχικά να περιλαμβάνει τους μουσουλμάνους Τούρκους, κατόπιν τους ορθόδοξους Βούλγαρους, μετά τις μειονότητες εντός του κράτους και τέλος τους ξένους μετανάστες. Κατά τούτο, οι αντιλήψεις περί της εθνικής ταυτότητας ακολούθησαν μια περίπλοκη ιστορική διαδρομή γεμάτη αντιφάσεις και παλινωδίες. Συνεπώς η εθνική μας ταυτότητα εξελίσσεται και εξαιτίας των συναντήσεων μας με άλλους πληθυσμούς οι οποίοι είναι φορείς πολιτισμού. Με βάση τα παραπάνω, το ξενοφοβικό στερεότυπο περί πολιτισμικής «αλλοίωσης» των Ελλήνων από τους μετανάστες αποτελεί μύθο, διότι βασίζεται στο ιδεολόγημα της πολιτιστικής μας «καθαρότητας», ενώ είναι σαφές ότι τόσο η δικιά μας ιστορία όσο και η ιστορία των περισσοτέρων λαών διαμορφώθηκε μέσα από διασταυρώσεις και επικοινωνία με άλλους λαούς. 
Σήμερα με τα νέα δεδομένα που έχουμε ενώπιόν μας, γίνεται μια προσπάθεια με το νέο νόμο για την ιθαγένεια να επιλυθεί μια μεγάλη ιστορική αντίφαση. Πώς είναι δυνατόν ένα έθνος-κράτος που συγκροτήθηκε μέσα από διαδοχικές αλλαγές συνόρων και επεκτάσεων, που υποδέχθηκε μεγάλα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα και που διαπνεόταν επί έναν αιώνα από μια αλυτρωτική πολιτική, να υιοθετεί ως κριτήριο ιθαγένειας την εξαιρετικά ασαφή και δύσκολα προσδιορίσιμη έννοια της κοινής καταγωγής και του δικαίου του αίματος. Υπό τις παρούσες συνθήκες των μεταναστευτικών ρευμάτων που εισρέουν και έχουν παγιωθεί στην χώρα μας συνιστά αναχρονισμό να συγκροτείται η ιδιότητα του πολίτη και το δικαϊκό πλαίσιο της ιθαγένειας επί την βάση μιας σταθερής και αναλλοίωτης εθνικής ταυτότητας που βασίζεται στην καταγωγή και το αίμα.
Το ζήτημα της ιθαγένειας και της αναγνώρισής της πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζεται ως ένα ιδεολογικό φετίχ μέσω του οποίου διαχειριζόμαστε κάτι πολύτιμο και αναλλοίωτο. Είναι ένα ζήτημα βαθύτατα πολιτικό, που συνδέεται με το εκάστοτε εθνικό συμφέρον του κράτους (κοινωνική συνοχή και ειρήνη) που παραχωρεί ή στερεί ένα πρόσωπο από μια δυνατότητα και εξαρτάται άρρηκτα από την ιστορική συγκυρία και τα δεδομένα της μετανάστευσης στην εκάστοτε χώρα. Γι’ αυτό και τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη τροποποιούν τους κώδικες ιθαγένειάς τους -κορυφαίο παράδειγμα η Γερμανία με την εγκατάλειψη του δικαίου του αίματος στον νέο κώδικα ιθαγένειας του 2000- και τα κριτήρια που υιοθετούν για την απόκτησή της. Μάλιστα το μεγαλύτερο ποσοστό Ευρωπαϊκών χωρών -περίπου το 60%- παραχωρεί την ιθαγένεια σε όσους έχουν γεννηθεί στη χώρα, είτε αυτόματά, είτε μετά από 3 ή 5 χρόνια.
Μέχρι πρότινος η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα που δεν είχε θεσμοθετήσει καμιά ειδική ρύθμιση για την δεύτερη γενιά μεταναστών. Σε αυτή την ανάγκη απαντάει ο νόμος 3838/2010 παρέχοντας ιθαγένεια στα τέκνα νόμιμων αλλοδαπών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα ή έχουν πάει για έξι χρόνια σχολείο. Επιπλέον αναγνωρίζει το δικαίωμα του εκλέγειν στους αλλοδαπούς στις δημοτικές εκλογές -κάτι που κάνουν οι μισές από τις 27 χώρες της ΕΕ- καθώς και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε θέσεις δημοτικού συμβούλου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που αφορούν κυρίως στην συμπλήρωση ορισμένου χρόνου νόμιμης διαμονής στη χώρα. Έχει αποδειχθεί ότι νομιμοποιώντας έναν μετανάστη τον κάνεις περισσότερο παραγωγικό, τον εντάσεις στο ασφαλιστικό και φορολογικό σου σύστημα και εκμεταλλεύεσαι την παραγωγική του δύναμη. Ειδικά όταν ο μετανάστης αποκτά ιθαγένεια, αλλάζει πλήρως η στάση του απέναντι στο κράτος.
Εντελώς σχηματικά και για να διαπιστώσει κανείς την ιστορική σχετικότητα των πραγμάτων που φαντασιωνόμαστε ως απόλυτα και διαρκή, μέχρι το 1923 Έλληνας γινόσουν, μετά το 1923 Έλληνας γεννιόσουν, ενώ σήμερα με το νέο κώδικα Έλληνας γεννιέσαι αλλά και γίνεσαι.
Δ. Οι παραπάνω αναφορές επισημαίνουν τα πραγματολογικά δεδομένα και τα νομικά χαρακτηριστικά του μεταναστευτικού φαινομένου, δεν απαντούν όμως στο ουσιαστικό ερώτημα των σχέσεων μεταξύ του μετανάστη και του Έλληνα πολίτη. Είναι σαφές ότι η μόνιμη παρουσία των μεταναστών υπήρξε ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τους Έλληνες. Αποκάλυψε την σχετικότητα των αξιών, των ηθών και των συνηθειών μας και κυρίως ανέδειξε τον υποκριτικό χαρακτήρα της διακηρυσσόμενης πίστης μας στην καθολική ισότητα των ανθρώπων. Επίσης, ανέδειξε τα δικαιοκρατικά ελλείμματα της ελληνικής πολιτείας. Όσο ανοργάνωτη και μεροληπτική είναι η διοίκηση απέναντι στους Έλληνες, τόσο χειρότερη είναι απέναντι στους μετανάστες. Μολονότι ελάχιστοι θα το ομολογούσαν δημοσίως, σε πολλές συμπεριφορές μας αντικατοπτρίζεται η αντίληψη ότι οι μετανάστες, ως ξένοι, είναι ηθικά κατώτεροι από το ντόπιο πληθυσμό. Γι’ αυτό όταν η στυγερή οικονομική εκμετάλλευση, η ρατσιστική βία και τα αρνητικά στερεότυπα αφορούν σε μετανάστες, οι αντιδράσεις μας χαρακτηρίζονται, στην καλύτερη περίπτωση, από αμηχανία. Σταδιακά και χωρίς να το έχουμε απόλυτα συνειδητοποιήσει, συνηθίσαμε να αποδεχόμαστε ως απολύτως δικαιολογημένες και αυτονόητες τις κοινωνικές διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων με βάση την ελληνικότητά τους ή μη. Αυτή η στάση πρέπει να αλλάξει.
Ο διάλογος με τον μετανάστη προϋποθέτει πάντοτε μια προσπάθεια, μια κατάκτηση, μια κοινή ηθική ως βάση συνύπαρξης. Αποδεχόμενοι τις διαφορές και αναγνωρίζοντας την κοινή μας ανθρωπιά και την κοινή μας ιδιότητα του πολίτη, μπορούμε να ζούμε με τους άλλους ανεξάρτητα από τις διαφορές που μας χωρίζουν από αυτούς.    
Αν συμφωνήσουμε ότι οι μετανάστες δεν αποτελούν εφήμερο και παροδικό φαινόμενο αλλά ένα οργανικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και ιστορίας θα πρέπει να επεξεργαστούμε ένα συνολικό σχέδιο μεταναστευτικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ένα όραμα για το μέλλον, για το τι είδους κοινωνία θέλουμε να συνδιαμορφώσουμε με τους μετανάστες καθώς και ένα σύνολο μέτρων, αποφάσεων και νόμων, κοινών με τους άλλους Ευρωπαίους, αλλά και προσαρμοσμένων στις εθνικές ιδιαιτερότητες, ώστε να είμαστε ρεαλιστές αλλά και ανθρωπιστές. Στοιχεία μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει την μετανάστευση όχι ως αρνητική απειλή αλλά ως θετική πρόκληση, θα πρέπει να είναι η νομιμοποίηση, η κοινωνική ένταξη, η ελληνική υπηκοότητα στα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, ο αποτελεσματικός έλεγχος των συνόρων και της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας και τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα. Σκοπός αυτών των δράσεων και των πολιτικών είναι να βγάλουμε τους μετανάστες από ένα καθεστώς ημιπαρανομίας και να διευρύνουμε συνεχώς την ιδιότητα του πολίτη με ένα πνεύμα ισοπολιτείας, δηλαδή δημιουργώντας ένα χάρτη δικαιωμάτων του μετανάστη το οποίον θα σέβονται και θα τηρούν όλοι. Ελπίδα αυτών των θεσμών θα πρέπει να είναι ο μέσος Έλληνας πολίτης να διαμορφώσει μια πολιτισμική στάση που να διακρίνεται από αμοιβαιότητα και αλληλοαναγνώριση. Ουσιαστικά να δημιουργήσουμε μια νέα συνείδηση του πολίτη που να είναι απαλλαγμένη από ρατσιστικές επιρροές που δεν βλέπει στους μετανάστες πρόσωπα προς οικονομική εκμετάλλευση, ούτε ως διαφορετικούς που πρέπει να ανεχόμαστε και να υπομένουμε, αλλά ως μια επένδυση για το μέλλον.


Η μελέτη αποτελεί προδημοσίευση από τον Τιμ. Τόμο για τον Καθηγητή Γιώργο Παπαδημητρίου. 

Der Spiegel: Αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ζητά το ΔΝΤ


Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο φέρεται να αμφισβητεί την επιτυχία της προσπάθειας που πραγματοποιεί η Ελλάδα και πιέζει να γίνει σύντομα μία αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας. Τη θέληση του ΔΝΤ φανέρωσαν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του οργανισμού σε συνομιλίες που είχαν με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Το ΔΝΤ επιδιώκει με αυτό τον τρόπο αλλαγή στρατηγικής. Το Spiegel υποστηρίζει: «Είναι φανερό ότι το Ταμείο δεν πιστεύει πλέον ότι η οικονομία της χώρας θα μπορέσει να εξυγιανθεί με τα μέτρα που έχουν παρθεί μέχρι τώρα. Είναι παραίτηση η μείωση του χρέους που αυτή τη στιγμή αγγίζει το 150% του ΑΕΠ, τονίζουν οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ στους Ευρωπαίους αξιωματούχους». Στα μέτρα που φέρεται να προτείνει το ΔΝΤ είναι το «κούρεμα» του χρέους, η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής ή μείωση του επιτοκίου.
Οι τρεις αυτές εναλλακτικές θα μπορούσαν να επιτευχθούν με τους κατόχους ελληνικών χρεογράφων να δεχθούν μείωση των κερδών τους. Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να ξεκινήσει συνομιλίες με τους πιστωτές της και να τους ανακοινώσει τη σχεδιαζόμενη αναδιάρθρωση.
Μάλιστα, το γερμανικό περιοδικό υπογραμμίζει ότι «το ΔΝΤ φοβάται ακόμη να ανακοινώσει αυτή την πρόταση που μελετάει, καθώς υπολογίζει ότι η επίσης υπερχρεωμένη Πορτογαλία θα αντιμετωπίσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα.
Παπακωνσταντίνου: Καμία πιθανότητα αναδιάρθρωσης
Ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου απέκλεισε σήμερα την πιθανότητα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους.
«Δεν υπάρχει καμία απολύτως πιθανότητα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους», δήλωσε ο κ. Παπακωνσταντίνου στο πρακτορείο Reuters όταν ρωτήθηκε σχετικά με το άρθρο του γερμανικού περιοδικού Spiegel το οποίο αναφέρει ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) πιέζει την Ελλάδα να προχωρήσει σύντομα σε αναδιάρθρωση.
«Όσοι (μιλούν για αναδιάρθρωση) δεν κατανοούν ότι το κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο από τα οφέλη», υπογράμμισε ο κ. Παπακωνσταντίνου από την Ιταλία όπου βρίσκεται.
Εξάλλου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν πιστεύει ότι υπάρχει λόγος η Ελλάδα να προχωρήσει τώρα σε αναδιάρθρωση.
«Έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα στήριξης (της ελληνικής οικονομίας) και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αρχίσουμε τώρα να σκεφτόμαστε την πιθανότητα της αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας», δήλωσε ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γιενς Μέστερ.
Διαψεύδει το δημοσίευμα το ΔΝΤ
Από την πλευρά του, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διέψευσε το άρθρο του γερμανικού περιοδικού Spiegel. «Όπως έχουμε πει επανειλημμένα το ΔΝΤ υποστηρίζει τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης όσον αφορά τη μη αναδιάρθρωση χρέους και την αποφασιστικότητά της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της», δήλωσε μία εκπρόσωπος του ΔΝΤ στο πρακτορείο Reuters.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Tο χρονικό διόγκωσης του δημόσιου χρέους, 1980-2005


Δεκαετία του 1980: η ρίζα του κακού
H διόγκωση του δημόσιου χρέους ξεκίνησε στη δεκαετία του 1980, επί «σοσιαλιστικής» διακυβέρνησης και υπήρξε ραγδαία. Aπό 28,6% του AEΠ (σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης) το έτος 1980 (από τα χαμηλότερα τότε μεταξύ των χωρών-μελών της μετέπειτα E.E.-15 και 10 εκατ. μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών αυτών) ανήλθε σε 54,7% του AEΠ το 1985. Δηλαδή, σε πέντε μόλις χρόνια, σχεδόν διπλασιάστηκε.
Mετά τη ραγδαία αυτή άνοδο και αφού οι δυσμενείς επιπτώσεις από την υπερχρέωση της χώρας είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές (ενδεικτικά: η δαπάνη για πληρωμή τόκων από 2,0% του AEΠ το 1980 είχε ανέλθει στο 4,9% το 1985), η τότε κυβέρνηση αντελήφθη το πρόβλημα που είχε δημιουργήσει, αλλά δεν το ομολόγησε. Περίμενε πρώτα να κερδίσει τις εκλογές του 1985 και αμέσως μετά αποφάσισε να ασκήσει περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, με αποτέλεσμα να μειωθεί ο ξέφρενος ρυθμός διόγκωσης του δημόσιου χρέους, κατά την επόμενη τετραετία. Eν συνεχεία όμως, λόγω των εκλογών του 1989, η περιοριστική πολιτική ανεστάλη (γνωστό το «Tσοβόλα δώσ' τα όλα») και το δημόσιο χρέος εκτινάχτηκε στο 80,7% του AEΠ το έτος 1990. (Aν και, όπως απεδείχθη αργότερα, το ποσοστό αυτό ήταν πλασματικό.)
Aπό τις πιο πάνω εξελίξεις γίνεται φανερό ότι ο εφιάλτης του δημόσιου χρέους, που ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να ταλανίζει την ελληνική οικονομία, έχει τις ρίζες του στην οικονομική πολιτική που ασκήθηκε στη δεκαετία του 1980. H οποία, δεν είναι υπερβολή να λεχθεί, υπήρξε η πιο καταστρεπτική για την ελληνική οικονομία κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ποια όμως ήταν η οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε τότε και ποιοι ήταν οι στόχοι της;
Oσοι παρακολουθούσαν τις εξελίξεις εκείνη την εποχή θυμούνται ότι ένα από τα επικοινωνιακά συνθήματα της τότε κυβέρνησης ήταν: «η αναθέρμανση της οικονομίας». Tην οποία «αναθέρμανση» (αναζωογόνηση της εγχώριας παραγωης μετά τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις που είχαν προηγηθεί) ορισμένοι αδαείς περί τα οικονομικά αξιωματούχοι της περιόδου εκείνης φαντάστηκαν ότι θα επετύγχαναν μέσω τεχνητής αύξησης της ζήτησης (παρερμηνεύοντας προφανώς τη θεωρία του Keynes), με γενναίες εισοδηματικές ενισχύσεις (προερχόμενες από δανεισμό) προς επιλεγμένες ομάδες πολιτών, τους καλουμένους γενικώς και αορίστως «μη προνομιούχους». Eνα σύνθημα χωρίς σαφές κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά με ευρέος φάσματος πελατειακή σκοπιμότητα.
H εισοδηματική αυή πολιτική είχε ως συνέπεια την ισοπέδωση της κλίμακας αμοιβής εργασίας (μεταξύ υψηλόβαθμων και χαμηλόβαθμων, ικανών και ανίκανων, εργατικών και ακαμάτηδων) και τον ευτελισμό των εννοιών «έφεση προς εργασία» και «παραγωγικότητα της εργασίας». Tαυτόχρονα, έγινε ό,τι ήταν δυνατόν για να υποβαθμισθεί ο ρόλος της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, ενώ αυξήθηκε υπέρμετρα ο αριθμός (και η κομματική επιρροή) των κρατικοδίαιτων εργαζομένων. Eτσι, με την πολιτική αυτή επόμενο ήταν να εξαρθρωθεί η παραγωγική δομή της χώρας. Συνεπώς, δεν είναι τυχαίο ότι στη διάρκεια της δεκαετίας αυτής η παραγωγικότητα της εργασίας στην Eλλάδα μειώθηκε κατά 5,5% (έναντι αύξησης 20,1% στην E.E.-15), το πραγματικό AEΠ αυξήθηκε μόλις κατά 6,8% (έναντι αύξησης 26,5% στην E.E.-15), η ανεργία διογκώθηκε από 2,7% το 1980 σε 7,0% το 1990 (από 5,8% σε 7,8% αντιστοίχως στην E.E.-15), η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, παρά τις αλλεπάλληλες υποτιμήσεις της δραχμής, κατέρρευσε και το έλλειμμα του Iσοζυγίου Πληρωμών παρουσίασε πρωτοφανή διεύρυνση. (Για περισσότερα στοιχεία, βλ. ΥΠΕΘΟ Δ/νση Μακροοικονομικής Ανάλυσης «Η ελληνική οικονομία 1960-1997», Αθήνα 1998.)
1990-1993: η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης
Στο τέλος της δεκαετίας του 1980 είχε πλέον καταστεί απόλυτα σαφές ότι το δημόσιο χρέος αποτελούσε μεγίστη απειλή για την οικονομία της χώρας και, ιδία, για το οικονομικό μέλλον της νέας γενεάς Ελλήνων πολιτών που θα εκαλούντο να το αποπληρώσουν. Συνεπώς, κάθε κυβέρνηση είχε υπέρτατο καθήκον να λάβει δραστικά μέτρα κατά της απειλής αυτής. Το έργο αυτό ανέλαβε να φέρει εις πέρας η κυβέρνηση της Ν.Δ. (Απρίλιος 1990 - Οκτώβριος 1993) παρά το υψηλό πολιτικό κόστος και τις βίαιες αντιδράσεις του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού. Η σχετική προσπάθεια απέδωσε τα μέγιστα, αλλά τα αποτελέσματα, για τους λόγους που αναφέρονται κατωτέρω, καθυστέρησαν να εμφανιστούν.
Η πρόοδος που σημειώθηκε στο χρονικό αυτό διάστημα υπήρξε εντυπωσιακή, όπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις δύο βασικών δημοσιονομικών μεγεθών: πρώτον, από την αναστροφή του πρωτογενούς αποτελέσματος του ΓΚΠ (καθαρά έσοδα μείον δαπάνες πλην τόκων) από έλλειμμα σε πλεόνασμα (αρχής γενομένης από το έτος 1992) και, δεύτερον, από τον σταδιακό περιορισμό της αυξητικής επίδρασης και, εν συνεχεία (από το 1994 και μετά), τη μεταστροφή του αποτελέσματος ενδοκυβερνητικών συναλλαγών (ΟΤΑ, ΟΚΑ, λοιπά ΝΠΔΔ) σε παράγοντα μειωτικό για το Δ.Χ. (βλ. πίν. 1, στήλη 5). Θα πρέπει δε να αναφερθεί ότι η σωτήρια για τη μετέπειτα πορεία του Δ.Χ. μεταστροφή αυτή ήταν αποτέλεσμα τολμηρής κυβερνητικής παρέμβασης στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης με τον Ν. 2084/92 (τον γνωστό ως «νόμο Σιούφα»), προϊόντα του οποίου υπήρξαν οι αργότερα ανακαλυφθείσες «άσπρες τρύπες».
Ωστόσο, οι πιο πάνω ουσιαστικές για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας δημοσιονομικές παρεμβάσεις δεν φάνηκε να ανακόπτουν την περαιτέρω διόγκωση του Δ.Χ. Το οποίο εξακολούθησε να αυξάνεται για να φτάσει στο 111,6% του ΑΕΠ (σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης) το έτος 1993. Ομως, η δυσμενής αυτή βραχυχρόνια εξέλιξη θα πρέπει να αποδοθεί σε δύο πρόσθετους παράγοντες, άσχετους με την ακολουθηθείσα κατά την περίοδο αυτή δημοσιονομική πολιτική: α) στην αυξημένη ετήσια επιβάρυνση για πληρωμή τόκων (από 1,3 τρισ. δρχ. το 1990 σε 2,7 τρισ. δρχ. το 1993) από ήδη συσσωρευμένα χρέη και, κυρίως, β) στη «διόρθωση ημαρτημένων του παρελθόντος» (κάτι ανάλογο με την πρόσφατη δημοσιονομική απογραφή), δηλαδή την ενσωμάτωση σωρείας χρεών τα οποία υπήρχαν αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συμπεριληφθεί στο δημόσιο χρέος (όπως, συναλλαγματικές διαφορές της ΤτΕ, οφειλές από καταπτώσεις εγγυήσεων, ελλείμματα ΔΕΚΟ κ.ά.).