Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Οι Ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο: Μύθοι και Πραγματικότητα




Ο βαθύτερος, όμως, λόγος για τις υπερπτήσεις είναι η τουρκική πεποίθηση ότι αδικείται στο Αιγαίο και ότι η Ελλάδα κινείται στην περιοχή αυτή σαν να είναι αποκλειστικά ελληνική θάλασσα, σαν να μην υπάρχει άλλη παράκτια χώρα. Όσο η διένεξη του Αιγαίου (που αποτελείται από επτά διαφορές) δεν επιλύεται ειρηνικά μεταξύ των δύο χωρών, οι υπερπτήσεις δεν θα σταματήσουν.
Ειδικότερα, o εναέριος χώρος της Ελλάδας, είναι 10 μίλια αντί 6 μίλια που θα έπρεπε να είναι. Είναι 4 μίλια περισσότερα από τα χωρικά ύδατα, κάτι το μοναδικό στον κόσμο, που αντιβαίνει προς το διεθνές δίκαιο, εξ’ ου και οι τουρκικές υπερπτήσεις για να αμφισβητηθεί έμπρακτα το παράνομο αυτό καθεστώς. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να υπάρξει εναρμονισμός με τα χωρικά ύδατα και όχι το ανάποδο.
Για να μπουν, επιτέλους, σε τροχιά οριστικής επίλυσης όλες οι διαφορές στο Αιγαίο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, απαραίτητο είναι να γίνουν κατανοητά τρία ακόμη σημεία. 
Πρώτον, οι διαφορές στο Αιγαίο δεν είναι μία, η υφαλοκρηπίδα (όπως επίσημα δηλώνει η Ελλάδα, βλ.www.mfa.gr). Με το να επιμένει η Αθήνα ότι η διαφορά είναι μόνο μία, επιδεικνύει αδιάλλακτη στάση και εμφανίζεται ως εκτός πραγματικότητας (στρουθοκαμηλισμός). Όπως είχε επισημάνει ο Κωστής Στεφανόπουλος (Η Καθημερινή, 28-5-2006), η άποψη αυτή «δεν φαίνεται σοβαρή», κάτι με το οποίο συμφωνούν, σημειωτέον, όλοι οι έγκριτοι Έλληνες νομικοί διεθνολόγοι (αν και σπάνια δημοσίως), ακόμη και ορισμένοι ιέρακες επί δεκαετίες.
Δεύτερον, σε σχέση με την υφαλοκρηπίδα, όταν υπάρχουν δύο παράκτιες χώρες αντικριστές (όπως η Ελλάδα και η Τουρκία) δεν νοείται μονομερής οριοθέτηση εκ μέρους της μίας χώρας (όπως εσφαλμένα πίστευε η Ελλάδα ως το 1974 και πίστευε ο Ανδρέας Παπανδρέου στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του). Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδων μεταξύ χωρών λαμβάνει χώρα (α) με διαπραγματεύσεις που οδηγούν σε συμφωνία (π.χ. Ελλάδα-Ιταλία, Ελλάδα-Αλβανία), (β) με συνδιαλλαγή που οδηγεί σε συμφωνία (Ισλανδία-Νορβηγία) ή (γ) με διεθνή δικαστική οδό, δηλαδή με προσφυγή των δύο πλευρών στο Διεθνές Δικαστήριο (π.χ. Βόρεια Θάλασσα,  ΗΠΑ - Καναδάς, Μάλτα - Λιβύη), σε διαιτητικό δικαστήριο (π.χ. Βρετανία - Γαλλία) ή στο Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας στο Αμβούργο. Διευκρινίζω, επίσης, ότι η προς οριοθέτηση υφαλοκρηπίδα αφορά όλο το Αιγαίο Πέλαγος (εκτός εννοείται των 6 μιλίων των χωρικών υδάτων) και όχι μόνο την περιοχή μεταξύ των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των τουρκικών παραλίων (που είναι το ατυχές μαξιμαλιστικό ελληνικό επιχείρημα, βλ.www.mfa.gr).
Τέλος , σε ότι αφορά τα χωρικά ύδατα, όταν υπάρχουν αντικριστές χώρες και, πολύ περισσότερο, όταν μεταξύ τους υπάρχουν «ειδικές περιστάσεις» δηλαδή νησιά, περίπλοκη ακτογραμμή, κλπ., όπως κατεξοχήν συμβαίνει στο Αιγαίο, τότε δεν νοείται μονομερής οριοθέτηση των χωρικών υδάτων μέχρι τα 12 μίλια από τη μία χώρα, αλλά συνιστάται συμφωνία μεταξύ των δύο παρακτίων χωρών ή, άλλως, προσφυγή σε διεθνές δικαστικό όργανο.

«Τώρα είναι η ευκαιρία η Ελλάδα να ορίσει την ΑΟΖ στο Αιγαίο»- H εισήγηση στο Μαξίμου


Η Τουρκία εν μέσω των ραγδαίων εξελίξεων, οι οποίες συντελούνται στη Μεσόγειο θάλασσα, προσπαθεί να καταστήσει ακόμη πιο δηλωτικές τις παράλογες απαιτήσεις της, εντείνοντας τις προκλήσεις της με επίκεντρο τη θαλάσσια περιοχή του Καστελόριζου. Όπως αναφέρει καλά πληροφορημένη διπλωματική πηγή στο newscode.gr
«Η Ελλάδα θα μπορούσε να κινηθεί αντιστοίχως και ενώ συνεχίζονται οι προκλήσεις της Τουρκίας να ορίσει, σχεδόν αιφνιδιαστικά, την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της στο Αιγαίο, συμπεριλαμβάνοντας το Καστελόριζο, το οποίο η Τουρκία θέλει να εξαιρέσει, ώστε να μην εφάπτονται η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Ελλάδας με εκείνη της Κύπρου και κατ’ επέκταση με του Ισραήλ.
Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αξιολογηθεί διεθνώς ως τμήμα των ανακατατάξεων στη Μεσόγειο, αν και αποτελεί αυτονόητη υποχρέωση της Ελλάδας».
Όπως τονίζει, «η ελληνική διπλωματία, η Ελλάδα, πρέπει να δώσει μία δυναμική απάντηση», δεδομένου ότι η Άγκυρα είναι αποφασισμένη να συνεχίσει τις προκλήσεις, όσο δεν διευθετείται το θέμα της υφαλοκρηπίδας.
Σύμφωνα με τη ίδια πηγή «Το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό έχει έτοιμους χάρτες οι οποίοι περιέχουν ξεκάθαρα τα όρια της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Εκείνο το οποίο πρέπει να πράξει η Ελλάδα είναι να υποβάλλει, σαν πρώτο βήμα, άμεσα αυτούς τους χάρτες στον ΟΗΕ».

Κλιμάκωση
Μέσα σε λίγες ημέρες, η Τουρκία κλιμάκωσε τις προκλήσεις της με επίκεντρο το Καστελόριζο, το σημείο «κλειδί», δηλαδή για την χάραξη από την πλευρά της Ελλάδας της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και προχώρησε στην κορύφωση της αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Η αρχή έγινε με τις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου στη συνέντευξη, την οποία παραχώρησε στην εφημερίδα «η Καθημερινή της Κυριακής», ότι «Το Καστελόριζο δεν ανήκει στο Αιγαίο, αλλά στη Μεσόγειο», επιχειρώντας εμφανώς να αποδεσμεύσει το Καστελόριζο από τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.
Η συνέχεια δόθηκε μετά την προκλητική ενέργεια της κορβέτας του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, η οποία παρενόχλησε το ιταλικό ερευνητικό σκάφος το οποίο πραγματοποιούσε έρευνες για λογαριασμό του Ισραήλ, το βράδυ της 12ης Μαρτίου 2011, ενημερώνοντας το πλήρωμά του ότι πρέπει να απομακρυνθεί άμεσα «από την τουρκική ΑΟΖ(!!!)», ενημερώνοντας ότι δήθεν έπλεε επάνω από «τουρκική υφαλοκρηπίδα».
Μάλιστα επέδωσε συντεταγμένες για την πορεία του ιταλικού ερευνητικού σκάφους . Η Τουρκία, όμως, δεν σταμάτησε εκεί, αφού όπως έγινε γνωστό η Άγκυρα προχώρησε σε μια ακόμη πρωτοφανή κίνηση εκδίδοντας NAVTEX, ώστε να πραγματοποιήσει έρευνες το ιταλικό ερευνητικό σκάφος «Ogs Explora”, η δραστηριότητα του οποίου βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τις προηγούμενες ημέρες. Μάλιστα, η Τουρκία προχώρησε σε αυτή την κίνηση αγνοώντας το διάβημα της Αθήνας προς την Άγκυρα.
Συγκεκριμένα η τουρκική NAVTEX 206/11, ανακοίνωσε ότι ιταλικό ερευνητικό σκάφος θα προχωρήσει σε ωκεανογραφικές έρευνες από τις 22 έως τις 24 Μαρτίου. Την θέση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών μετέφερε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών κ. Γρηγόρης Δελαβέκουρας, ο οποίος αφού χαρακτήρισε «παράτυπη» τη διαδικασία έκδοσης NAVTEX στη συνέχεια δήλωσε ότι «η Τουρκία δεν έχει δικαιοδοσία στην περιοχή. Τέτοιες πράξεις, που δεν εδράζονται στους κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν μπορούν να επιφέρουν έννομες συνέπειες.
Δεν επηρεάζουν τα ελληνικά δικαιώματα, που βασίζονται στο διεθνές δίκαιο. Η χώρα μας ενεργεί με αποκλειστικό γνώμονα τις προβλέψεις του Δικαίου της Θάλασσας και του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων».
Η αποκάλυψη του Παπανδρέου
Την ίδια ώρα, όπως αποκάλυψε το newscode.gr στην νότια και νοτιοανατολική θαλάσσια περιοχή της Ρόδου, πραγματοποιείται εξαιρετικά μεγάλη κινητικότητα τουρκικών στρατιωτικών ναυτικών δυνάμεων, σε μία περίοδο, μάλιστα που η Μεσόγειος αποτελεί ένα χώρο πραγματοποίησης στρατιωτικών επιχειρήσεων, δεδομένου ότι συνεχίζεται το από αέρος σφυροκόπημα της Λιβύης.
Ταυτόχρονα, οι πληθαίνουν οι πληροφορίες και οι εκτιμήσεις, οι οποίες αναφέρουν ότι σύντομα θα έχουμε ένταση στο Αιγαίο. Χαρακτηριστικό είναι δε το γεγονός ότι, ο ίδιος ο Έλληνας πρωθυπουργός αποκάλυψε στη βουλή, κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης των κομμάτων για τις εξελίξεις στη Λιβύη, ότι η Τουρκία για να συμμετάσχει στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά της Λιβύης, ζήτησε τον έλεγχο της θαλάσσιας περιοχής, η οποία βρίσκεται νότια της Καρπάθου και της Κρήτης.
Συγκεκριμένα στο ελληνικό κοινοβούλιο ο Έλληνας πρωθυπουργός είπε μεταξύ άλλων ότι «Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας μιλώντας σε στελέχη του κόμματός του πρόσθεσε ότι η Τουρκία είναι πρόθυμη να αναλάβει την διανομή της ανθρωπιστικής βοήθειας στην Λιβύη, να διαχειριστεί το αεροδρόμιο της Βεγγάζης και να αναπτύξει ναυτικές δυνάμεις, ακούστε, για τον έλεγχο της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Βεγγάζης και Κρήτης».

Η σκοτεινή πλευρά της παγκοσμιοποίησης


Οι εγκέφαλοι της παγκόσμιας ολιγαρχίας των πεφωτισμένων του συστήματος εδώ και πολλά χρονιά έχουν επινοήσει μια ιδεολογική καραμέλα με γυαλιστερό περιτύλιγμα δημοκρατικών προδιαγραφών που αναγράφει πάνω της «παγκοσμιοποίηση». Έχουν φροντίσει με έξυπνο και ευγενικό τρόπο να «κεράσουν» την «καραμέλα» σε λαούς με πολιτισμό και παράδοση, προκειμένου να πετύχουν τους μακροχρόνιους στόχους τους, χωρίς πολέμους και δικτατορίες, με την απώλεια της εθνικής συνείδησης και ταυτότητας των λαών, σταδιακά και την υποταγή τους στο παγκόσμιο ολιγαρχικό σύστημα. Παράλληλα, συντελείται με οργανωμένες κινήσεις, η μετακίνηση μαζών εξαθλιωμένων λαών ως οικονομικοί μετανάστες ή λαθρομετανάστες σε χώρες με ανεπτυγμένο οικονομικό επίπεδο για φτηνά εργατικά χέρια. Το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πράξης είναι η ανεργία στις χώρες αυτές, η σκληρή λιτότητα, τα χαμηλά ημερομίσθια εργαζομένων, η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και ο περιορισμός των εργατικών δικαιωμάτων.

Δημιούργημα όλων αυτών των καλά οργανωμένων σχεδίων είναι μια νέου τύπου Φεουδαρχία με οικονομικούς δουλοπάροικους στην αρχή και αργότερα υποταχτικές ανθρώπινες μηχανές με μηδενικά σχεδόν δικαιώματα. Για να αποκτήσουν τον έλεγχο και την επιβολή της θέλησής τους πάνω στις μάζες των λαών, χρησιμοποιούν όχι μόνο την ιδεολογική προπαγάνδα αλλά και το ακαταμάχητο όπλο της ηλεκτρονικής τεχνολογίας.
Ήδη βρισκόμαστε στο στάδιο της παρακολούθησης με τον «μεγάλο αδελφό (Big Brother) και των ηλεκτρονικών δορυφόρων καταγραφής του πλανήτη αλλά αυτό δεν τους αρκεί.
Θέλουν να καταγράψουν όλα τα στοιχεία των πολιτών ακόμη και τα άκρως προσωπικά δεδομένα που μέχρι σήμερα προστατεύονται συνταγματικά, να παρακολουθούν τις κινήσεις αλλά και τις τυχόν αντιδράσεις τους προς το σύστημα για να έχουν μια πλήρη εικόνα της προσωπικότητας του κάθε ατόμου.
Θέλουν να ξεχωρίσουν από το ανθρώπινο κοπάδι (έτσι δυστυχώς μας βλέπουν) τα ερίφια-αγριοκάτσικα από τα πρόβατα. Τους ακίνδυνους από τους επικίνδυνους για το σύστημά τους.
Και κατέληξαν στην ηλεκτρονική «κάρτα του πολίτη». Θα έχει σχήμα πιστωτικής κάρτας εφοδιασμένη με ένα «έξυπνο» μικροτσίπ που θα περιέχει τα πάντα για τον κάτοχο του ατόμου με τον γνωστό κωδικό «666».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκφράζει ανησυχίες και επιφυλάξεις για την έξυπνη αυτή κάρτα επειδή αντιμετωπίζει σοβαρά κενά σε θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα περί «προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 του Ευρωπαϊκού Χάρτη θα παραβιάζονται, εφ' όσον θα έχει δικαίωμα πρόσβασης ο οποιοσδήποτε που θα μπορεί να διαβάσει ηλεκτρονικά την κάρτα αυτή μέχρι και τα απολύτως προσωπικά δεδομένα του κάθε πολίτη (π.χ. εάν είναι άθεος, φανατικός χριστιανός ή μουσουλμάνος, ομοφυλόφιλος, αντιεξουσιαστής, εθνικιστής, κομουνιστής, οι κληρονομικές του παθήσεις και το ιστορικό του και η εν γένει υγεία του, ταξίδια στο εξωτερικό, κόστος ταξιδιού, τι είδους ψώνια έκανε, πόσο κόστισαν κ.ά.).
Είναι πλέον σίγουρο, ότι οι μελλοντικοί εργοδότες των πολιτών θα είναι σε θέση να ξέρουν αν το άτομο αυτό τους κάνει ή όχι, με βασικό κριτήριο τα προσωπικά του δεδομένα που θα διαβάζονται ηλεκτρονικά και όχι τόσο πολύ οι σπουδές και τα άλλα τυπικά τους προσόντα, αφού οι περισσότεροι δηλώνουν πτυχία και μετεκπαιδεύσεις!
Το άρθρο 9 του Ελληνικού Συντάγματος στην πρώτη παράγραφο αναφέρει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη…». Κατοχυρώνει ρητά το δικαίωμα στον ιδιωτικό βίο που συνδέεται με την αξία του ανθρώπου και την προστασία της προσωπικότητάς του. Οι ρυθμίσεις αυτές προστατεύουν στο ακέραιο το ιδιωτικό απόρρητο των Ελλήνων πολιτών. Αρκετοί Έλληνες πολίτες εκφράζουν ανησυχία και προβληματισμό για τον πραγματικό λόγο ύπαρξης αυτής της νέας ηλεκτρονικής κάρτας εφ' όσον:
  • Για τις φορολογικές μας υποχρεώσεις έχουμε το ΑΦΜ.
  • Για τις συναλλαγές μας με κάθε δημόσια υπηρεσία έχουν τις αστυνομικές μας ταυτότητες και το ΑΜΚΑ.
  • Για τις δοσοληψίες μας με τις τράπεζες και την αγορά καταναλωτικών αγαθών έχουμε τις γνωστές μας πιστωτικές κάρτες των τραπεζών. Η κάρτα του πολίτη, μήπως είναι τελικά ένα σύγχρονο φακέλωμα ηλεκτρονικού τύπου που μας στερεί την ατομική ελευθερία και δίνει τη δυνατότητα στο κράτος της εξουσίας (Βρυξέλλες) να έχει στο εγγύς μέλλον τον απόλυτο έλεγχο επάνω μας;
Ο Τζώρτ Όργουλ στο προφητικό βιβλίο του, που για την εποχή που γράφτηκε θεωρήθηκε ακραίο επιστημονικής φαντασίας, περιγράφει το εφιαλτικό σενάριο μιας ολοκληρωτικής δυστοπίας όπου ο «Μεγάλος Αδελφός» ρυθμίζει την παραμικρή λεπτομέρειά τους, την κοινωνική αλλά ακόμη και την προσωπική ζωή των πολιτών της φανταστικής Ωκεανίας!
Με την «κάρτα του πολίτη» και ποιος αλήθεια ξέρει στο μέλλον με τι άλλο ακόμη τεχνολογικό «επίτευγμα» θα αποκτήσουν τον απόλυτο έλεγχο και την παρακολούθηση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας και ελεύθερης σκέψης!
Εάν καθιερωθεί με νόμο του κράτους, όποιος τελικά θα αρνείται θα καταδικάζεται… σε απόλυτη πτώχευση! Χωρίς την κάρτα αυτή δεν θα μπορεί να συναλλάσσεται με τις υπηρεσίες και να παίρνει χρήματα από το μισθό του ή από τις τράπεζες. Η «έξυπνη» αυτή κάρτα (Smart Card) είναι ένα προστάδιο, ένας Δούρειος Ίππος για τη μελλοντική εμφύτευση του μικροτσίπ (veri chip) στο ανθρώπινο σώμα. Θα είναι παρά τις εξυπηρετήσεις και τις υπηρεσίες που θα μας προσφέρει, το πέρασμά μας από την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ στη ΣΚΛΑΒΙΑ. Σε μια δράση με δραστηριότητες μιας μειοψηφίας σκοτεινών εγκεφάλων που θέλουν να περιορίσουν στο ελάχιστο ή και να εξοντώσουν τις ανθρώπινες ελευθερίες, πρέπει να υπάρξει ομαδική και καθολική αντίδραση της κοινωνίας για να μην περάσουν τα υποχθόνια σχέδιά τους, που ονειρεύονται τον άνθρωπο του μέλλοντος απόλυτο υποχείριό τους, χωρίς ονοματεπώνυμο αλλά με ταμπέλα (κωδικό αριθμό) όπως οι Εβραίοι πολίτες στην κατοχή από τους Γερμανούς Ναζί.

Γιατί το ελληνικό Δημόσιο λειτουργεί παρά φύσιν


Η ζωή μας μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες, ακόμη και στις πιο απλές πράξεις της καθημερινότητας μας, βασίζεται πάνω στο ότι, αυτός που αναλαμβάνει ρίσκο ανταμείβεται. Πιο συγκεκριμένα, η βάση μας είναι ο εξής απλός κανόνας: Μεγάλο ρίσκο; Μεγάλο κέρδος. Μικρό ρίσκο; Μικρό κέρδος.  Κανένα ρίσκο; Κανένα κέρδος. Κάποιος που παίρνει μεγάλο ρίσκο και δικαιώνεται, κερδίζει το στοίχημα. Είναι επόμενο και λογικό να απολαμβάνει τα μέγιστα σε ανταμοιβή της προσπάθειας του. Παρομοίως, κάποιος που δεν αναλαμβάνει ρίσκο, δεν μπορεί να έχει την απαίτηση να έχει την ιδία ανταμοιβή με κάποιον που αναλαμβάνει ρίσκο και κερδίζει.

 o Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είπε ότι ο μέσος δημόσιος υπάλληλος παίρνει 40% περισσότερα από τον μέσο εργαζόμενο στην ιδιωτικό τομέα χωρίς να έχει το ρίσκο της απόλυσης και το άγχος που συνεπάγεται. Για ποιο λόγο όμως κάποιος να έχει μεγαλύτερη ασφάλεια, περισσότερο εισόδημα και γενικά καλύτερες εργασιακές συνθήκες αν δεν αναλαμβάνει περισσότερο ρίσκο; Η απάντηση είναι ότι δεν θα έπρεπε. Κάτι τέτοιο είναι ενάντια στους νόμους της φύσης.

Στην άγρια φύση, η ανταμοιβή για το ρίσκο που αναλαμβάνει ο θηρευτής είναι ένα γεμάτο στομάχι. Αν ο θηρευτής δεν αναλάβει το ρίσκο για πιάσει το θήραμα του, θα πεθάνει από ασιτία. Στη φύση η ανταμοιβή είναι η τροφή, στην κοινωνία είναι το χρηματικό έπαθλο. Παρομοίως λοιπόν, όταν μια κοινωνία δεν αναλαμβάνει ρίσκο αποτυγχάνει. Υπολείπεται των υπολοίπων σε θέματα πνευματικά, πολιτιστικά, πολιτικά, τεχνολογικά και πάνω από όλα οικονομικά.

Μια κοινωνία που δεν αναλαμβάνει ρίσκο μένει πίσω και δεν μπορεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Δεν κατανοεί καινούργιες μεθόδους παραγωγής, νέες αντιλήψεις και καινούργιες κοινωνικές τάσεις. Διότι μεταξύ άλλων, ρίσκο σημαίνει και καινοτομία. Αν δε ρισκάρεις, μένεις πίσω όσο αναφορά την καινοτομία. Η καινοτομία όμως είναι αυτή που καθορίζει τη διαφορά μεταξύ προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας και προϊόντα απλής εμπορευματικής παραγωγής. Μην έχετε καμία αμφιβολία ότι ο κυριότερος λόγος για την πτώση της ανταγωνιστικότητας των τελευταίων ετών στην Ελλάδα έχει να κάνει και με την παντελή απουσία ρίσκου στην κοινωνία μας, κάτι που αντανακλάται και στις οικονομικές μας επιδόσεις.

Το βασικό πρόβλημα στη χώρα μας είναι αυτή ακριβώς η ανισορροπία. Το ότι δηλαδή έχουν ανατραπεί οι νόμοι της φύσης που διέπουν την ανταμοιβή σε σχέση με το ρίσκο. Είναι αφύσικο και αντιπαραγωγικό κάποιος που είναι στον δημόσιο τομέα να παίρνει περισσότερα από κάποιον στον ιδιωτικό τομέα. Ανατρέπει τους φυσικούς νόμους και κάνει κακό στην κοινωνία και στο σύνολο.

Αυτή η νοοτροπία όμως έχει επεκταθεί σε όλη την Ελληνική κοινωνία, με αποτέλεσμα και η ίδια η αγορά να μην αναλαμβάνει ρίσκο. Καμία μεγάλη Ελληνική επιχείρηση δεν έχει επενδύσει λεφτά με σκοπό να παράγει κάτι το καινοτόμο. Όλες οι μεγάλες επενδύσεις στην Ελλάδα έχουν να κάνουν με κρατικά συμβόλαια. Πρώτα αναλαμβάνει κανείς τη δουλειά και μετά επενδύει χρήματα. Δεν αναλαμβάνει κανείς το ρίσκο του να φτιάξει κάτι από το μηδέν. Στην Ελλάδα επένδυση σημαίνει κάτι το σίγουρο και η εξίσωση δεν έχει άγνωστες μεταβλητές.

Επίσης, λόγω της διαφθοράς και των προνομιακών σχέσεων που διατηρούν αρκετοί με την πολιτική ηγεσία του τόπου, αποθαρρύνονται οι υπόλοιποι ακόμα περισσότερο διότι το παιχνίδι είναι σικέ. Πολύ απλά, η ανάληψη ρίσκου αντενδείκνυται.
Αντίθετα, στην Αμερική, το venture capital είναι ο κανόνας. Δισεκατομμύρια δολάρια επενδύονται κάθε χρόνο σε καινούργιες ιδέες και σε αμφιλεγόμενες επιχειρηματικές κινήσεις. Οι περισσότερες από αυτές τις ιδέες αποτυγχάνουν και οι επενδυτές χάνουν τα λεφτά τους. Αυτό όμως είναι αποδεκτό, διότι για κάθε επένδυση που πάει καλά, οι επενδυτές βγάζουν υπεραρκετά για να καλύψουν τη χασούρα από τις υπόλοιπες αποτυχημένες προσπάθειες. Επίσης, η έρευνα και ανάπτυξη (ακόμα και των αποτυχημένων προσπαθειών) παραμένει σαν αποθεματικό στον ερευνητικό ισολογισμό των ΗΠΑ.

Η Ελληνική κοινωνία παρόλο που θέλει να ονομάζεται προοδευτική, είναι άκρως συντηρητική. Η μη ανάληψη ρίσκου δεν είναι μόνο φαινόμενο του επιχειρηματικού στίβου. Η υποκρισία της πολιτικής ηγεσίας τόσα χρόνια να μην θέλει να αναγνωρίσει τα ξένα πανεπιστημιακά πτυχία για παράδειγμα, είναι ακόμη ένα στοιχείο που φανερώνει την εσωστρέφεια και τον συντηρητισμό της κοινωνίας μας.

Το ότι οι Έλληνες συνεχώς ψηφίζουν τα δυο μεγάλα κόμματα και αρνούνται να πειραματιστούν με καινούργια πρόσωπα, αλλά επιμένουν σε μια χούφτα από πολιτικούς (η τους απογόνους αυτών) είναι άλλο ένα σημάδι μη ανάληψης ρίσκου. Το ερώτημα όμως είναι, γιατί η Ελληνική κοινωνία είναι τόσο συντηρητική και δεν αναλαμβάνει ρίσκο; Η Ελληνική κοινωνία δεν θέλει να παίρνει ρίσκο διότι έχει μάθει ότι το ρίσκο δεν ανταμείβεται στην Ελλάδα. Η πολυνομία, το απαρχαιωμένο θεσμικό πλαίσιο (νόμος περί ανωνύμων εταιρειών του 1920 για παράδειγμα) και πάνω από όλα το διεφθαρμένο και αναποτελεσματικό δικαστικό σύστημα, δεν εγγυούνται ότι αυτός που αναλαμβάνει ρίσκο και κερδίζει, θα απολαύσει τον καρπό της προσπάθειας του.
Το συμπέρασμα είναι ότι όσο οι μισθοί στο Δημόσιο είναι υψηλότεροι από τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα, ο συντηρητισμός και η αποφυγή ρίσκου θα εξακολουθεί να είναι το κύριο χαρακτηριστικό της Ελληνικής κοινωνίας. Όσο δεν αναλαμβάνουμε ρίσκο και αποφεύγουμε να πειραματιστούμε και να επενδύσουμε στην καινοτομία, τόσο θα υστερούμε κοινωνικά, και πάνω από όλα οικονομικά.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Γιατί συμφέρει την Γερμανία να μας πληρώνει


Τώρα και αρκετό καιρό υπάρχουν υπόνοιες ότι η Γερμανία θέλει να πετάξει την Ελλάδα έξω από το ευρώ. Τα δε ΜΜΕ συντηρούν αυτό τον μύθο υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα είναι ο αδύναμος κρίκος της ΕΕ και αργά η γρήγορα θα βρεθούμε να τυπώνουμε δραχμές. Έχω νέα για όλους που έχουν αυτό το σκεπτικό... η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Παρακαλώ δώστε προσοχή στο πιο κάτω διάγραμμα. Μας δείχνει το πόσο έχουν αυξηθεί τα "unit labor costs" (το εργασιακό κόστος ανά μονάδα παραγωγής) από το πρώτο τρίμηνο του 2000 έως το τρίτο τρίμηνο του 2009.



Όπως δείχνουν τα στοιχεία από τον ΟΟΣΑ, το εργασιακό κόστος ανά μονάδα παραγωγής στην Ελλάδα έχει αυξηθεί περισσότερο από όλη την Ευρώπη, ενώ στην Γερμανία έχει αυξηθεί το λιγότερο. Αυτό μεταξύ άλλων σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει χάσει ανταγωνιστικοτήτα ενώ η Γερμανία την έχει διατηρήσει. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι τα Γερμανικά προϊόντα έχουν μείνει σταθερά ενώ τα Ελληνικά έχουν αυξηθεί.
Μπορεί πολλοί να νομίζουν ότι το ευρώ είναι ένα ακριβό νόμισμα. Ωστόσο, στην πραγματικότητα για την ίδια τη Γερμανία είναι ένα φτηνό νόμισμα. Ο λόγος είναι διότι τα 2/3 των εμπορικών συναλλαγών της Γερμανίας πραγματοποιούνται εντός της ζώνης του ευρώ. Όταν λοιπόν η ανταγωνιστικότητα σου ανεβαίνει σε σχέση με τους κυριότερους εμπορικούς σου εταίρους, τότε άσχετα αν το ευρώ ανεβαίνει σε αξία με τον υπόλοιπο κόσμο, για την Γερμανία, είναι σαν να υποτιμάται διαρκώς.

Αν η Γερμανία σήμερα είχε το μάρκο, δεν θα είχε γίνει η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική χώρα του κόσμου και δεν θα είχε την ανταγωνιστικότητα που σήμερα έχει και δεν θα είχε τα εμπορικά πλεονάσματα που έχει σήμερα. Τη Γερμανία λοιπόν την συμφέρει να είναι στο ευρώ και σε καμία περίπτωση δεν την συμφέρει να βγει από το ευρώ όπως ακούγεται κατά καιρούς. Επιπλέον, τη Γερμανία την συμφέρει να υπάρχουν στη ζώνη του ευρώ όσο περισσότερες χώρες είναι δυνατόν. Διότι έχοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, μπορεί να πουλά περισσότερα σε αυτούς από ότι αυτοί μπορούν να πουλάνε στη Γερμανία.

Αν η Ελλάδα λοιπόν δεν είχε βοηθηθεί σε αυτή τη συγκυρία και τα πράγματα έφταναν στα άκρα, η ανησυχία των Γερμανών είναι ότι η Ελλάδα ίσως αποφάσιζε να βγει από το ευρώ και να αρχίσει να τυπώνει δραχμές. Αυτός είναι ο λόγος που η καγκελάριος της Γερμανίας θέτει τη βοήθεια προς την Ελλάδα σαν θέμα σταθεροποίησης του ευρώ και λιγότερο σαν θέμα βοήθεια προς την Ελλάδα. Επειδή λοιπόν είναι προς ο εθνικό συμφέρον της Γερμανίας η σταθερότητα του ευρώ, η Γερμανία θα κάνει ότι είναι δυνατόν -και με το όποιο κόστος- για να αποτραπεί η αποσταθεροποίηση. Προς αυτή τη κατεύθυνση η Γερμανία συμβάλλει στη τωρινή χρηματοδότηση της Ελλάδος.
Το πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδος όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα πετύχει. Αφενός διότι η προσαρμογή είναι πολύ δύσκολη και αφετέρου, αν όλα πάνε καλά και σύμφωνα με το πρόγραμμα (και δεν γίνει κάποιο οικονομικό ατύχημα στο ενδιάμεσο), το 2014 η Ελλάδα θα έχει χρέος (στην καλύτερη περίπτωση)140% του ΑΕΠ. Αν λοιπόν η Ελλάδα σήμερα είναι αποκλεισμένη από την αγορά ομολόγων με χρέος 120% του ΑΕΠ, για ποιο λόγο να μας ανοίξουν τις πόρτες τους οι αγορές όταν θα έχουμε χρέος 140% του ΑΕΠ; Και εδώ τώρα μπαίνει ένα άλλο ερώτημα. Αν οι αγορές θα είναι κλειστές για την Ελλάδα και μετά το 2014 (ένα σίγουρο στοίχημα), θα συνεχίσει να μας αναχρηματοδοτεί το χρέος μας το ΔΝΤ και η ΕΕ; Και αν ναι, μέχρι πότε; Έχει άραγε όρεξη η Γερμανία και η ΕΕ να αναχρηματοδοτήσουν όλο το Ελληνικό χρέος της Ελλάδος από το 2014 και μετά; Η εκτίμηση μου είναι όχι.

Μια λύση λοιπόν για το Ελληνικό ζήτημα μας ήρθε πριν μερικές μέρες από έναν τραπεζίτη. Πριν μερικές μέρες και προς μεγάλη έκπληξη των πάντων, Ο Thomas Meyer (chief economist της Deutsche Bank) έκανε μια "εκπληκτική δήλωση". Είπε ότι αν η αγορά χάριζε το 50% των Ελληνικών χρεών, τότε το πρόβλημα της Ελλάδος θα μπορούσε να φτιαχτεί άμεσα και η Ελλάδα θα μπορούσε να δανειστεί και πάλι από τις αγορές σε λίγο καιρό. Σημειώστε ότι τέτοια δήλωση δεν την έκανε εν αγνοία του Josef Ackermann (επικεφαλής της Deutsche Bank), οποίος είναι πολύ καλός φίλος της Angela Merkel. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Ackermann και η Merkel έχουν συζητήσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο κατ' ιδίαν.

Για ποιο λόγο όμως η Γερμανία να διαγράψει το 50% των Ελληνικών χρεών; Διότι σύμφωνα με πολλούς παράγοντες της αγοράς, είναι προτιμότερο η Γερμανία να υπογράψει μια επιταγή για 25 δις ευρώ προς το Γερμανικό τραπεζικό σύστημα για να διαγράψει το 50% των Ελληνικών ομολόγων που κατέχουν και να τελειώνει το πρόβλημα εδώ, παρά να δώσει η Γερμανία 25 δις σε δάνεια μέχρι το 2014 και κατά πάσα πιθανότητα να συνεχίσει να δίνει και μετά το 2014 και να ασχολείται με την Ελλάδα για τουλάχιστον μια δεκαετία και χωρίς σίγουρα αποτελέσματα. Η κατάληξη είναι ότι την Γερμανία την συμφέρει πάρα πολύ το ευρώ και θα έκανε τα πάντα για να μην διασπαστεί η ένωση. Μια επιδότηση προς της Ελλάδα για να παραμείνει στην ένωση είναι ένα σχετικά μικρό τίμημα. Το ερώτημα είναι, η Ελληνική κυβέρνηση το γνωρίζει αυτό και έχει άραγε συζητήσει με τους Γερμανούς το ενδεχόμενο μια οργανωμένης, συντονισμένης στάσης πληρωμών με σκοπό να μειωθεί το Ελληνικό χρέος κατά 50%; 


Πώς η Τουρκία αποφοίτησε με άριστα από τη "Σχολή ΔΝΤ": μαθήματα για την Ελλάδα


Τέλος λαμβάνει φέτος το μακρό ειδύλλιο της Τουρκίας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μία σχέση που καθόρισε την οικονομική πολιτική της χώρας την περίοδο 1998 – 2008. Το Μάρτιο, η κυβέρνηση Έρντογαν ανακοίνωσε πως έδωσε τέλος στις συνομιλίες με το ΔΝΤ σχετικά με τη σύναψη νέου δανείου. Ο λόγος, πως «η Τουρκία μπορεί σήμερα να στηριχθεί στα πόδια της και δε χρειάζεται εξωτερική χρηματοδότηση», όπως δήλωνε ο πρωθυπουργός Έρντογαν

Πράγματι, η σημερινή Τουρκία μοιάζε με μία άλλη χώρα εν σχέσει με την Τουρκία του 2001. Για δεκαετίες, η Τουρκία έδινε την εικόνα μιας χώρας που μαστιζόταν από οικονομική αρρυθμία. Τις βραχείς περιόδους ανάπτυξης διαδέχονταν κατακλυσμιαίες οικονομικές κρίσεις. Η οικονομία ήταν κλειστή και η εμπιστοσύνη που η χώρα ενέπνεε στο διεθνή επενδυτικό κόσμο περιορισμένη. Η θεαματική ανάκαμψη της Τουρκίας από την κρίση του 2000-2001 επιτεύχθηκε χάρη σε μία πολιτική που κατήρτισαν οι τουρκικές κυβερνήσεις σε συνδυασμό με το ΔΝΤ. Η ανάκαμψη οδήγησε, για πρώτη φορά ίσως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (στον οποίο δε συμμετείχε η Τουρκία), στην πολυπόθητη οικονομική σταθερότητα. Οι βάσεις μάλιστα που κτίσθηκαν την περίοδο 2002-2007, κατά την πρώτη διακυβέρνηση από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), ήταν τόσο γερές ώστε η Τουρκία να περάσει τη διεθνή οικονομική κρίση με μικρές – σε σχέση με τις δυτικές οικονομίες – απώλειες, στηριζόμενη στις δικές της αποκλειστικά δυνάμεις.
Το 2001, η Τουρκία ήταν στα πρόθυρα οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Παρότι η χώρα είχε περάσει από πολλές κρίσεις, εκείνη του 2001 ήταν κατά γενική ομολογία η πιο σοβαρή. Κατά τη διάρκεια του 2001, το ΑΕΠ της Τουρκίας μειώθηκε κατά 5.7%, ο πληθωρισμός στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών έφθασε το 55% και η τουρκική λίρα υποτιμήθηκε κατά 51% έναντι των κυρίων ξένων νομισμάτων. Οι χρεοκοπίες επιχειρήσεων ανακοινώνονταν η μία μετά την άλλη, και χιλιάδες εργαζόμενοι βρέθηκαν στο δρόμο. 

Για να αντιμετωπίσει την κρίση, η τότε κυβέρνηση Έτσεβιτ μετακάλεσε τον επιφανή οικονομολόγο Κεμάλ Ντερβίς από την Παγκόσμια Τράπεζα και του ανέθεσε το υπουργείο οικονομικών. Αν και η θεαματική ανάκαμψη της τουρκικής οικονομίας είθισται να αποδίδεται στο ΑΚΡ, γίνεται δεκτό πως οι βάσεις της βρίσκονται στο τολμηρό πρόγραμμα του Ντερβίς. Ο τεχνοκράτης, που εργάσθηκε για 22 χρόνια στην Παγκόσμια Τράπεζα, επελέγη λόγω της κρισιμότητας της καταστάσεως και του φόβου μιας λαϊκής εξέγερσης που διακατείχε την τότε πολιτική τάξη της Τουρκίας. Ήταν μία άριστη επιλογή, καθώς ο Ντερβίς ήταν ανεξάρτητος από τα τοπικά συμφέροντα στην Τουρκία και τα κυκλώματα διαφθοράς που λυμαίνονταν την οικονομική ζωή. Με τη στήριξη του επιχειρηματικού κόσμου και των συλλογικών του οργάνων, ο Ντερβίς προώθησε ένα τολμηρότατο πρόγραμμα, το πολιτικό κόστος του οποίου καμμία κυβέρνηση ως τότε δε θα είχε τολμήσει να αναλάβει.
Σημειωτέον ότι πέραν της έξυπνης επιλογής ενός τεχνοκράτη, στην Τουρκία τα συλλογικά όργανα των εργοδοτικών οργανώσεων, όπως ο Σύνδεσμος Τούρκων Εμποροβιομηχάνων (TUSIAD) διαθέτουν σημαντική και υπεύθυνη δράση και επιρροή, σε πλήρη αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Τοποθετούνται δε παραδοσιακά υπέρ της οικονομικής και πολιτικής φιλελευθεροποίησης, της ένταξης στην ΕΕ και του εκδημοκρατισμού της χώρας. Παράλληλα, οι εν λόγω οργανώσεις αποφεύγουν τη μικροκομματική αντιπαράθεση και δεν επιχειρούν να προωθήσουν συμφέροντα ιδιωτών – μελών τους.    

Χαίροντας μίας γενικότερης πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης, ο τεχνοκράτης της Παγκόσμιας Τράπεζας συνεργάσθηκε, από την κυβερνητική του πια θέση, με το ΔΝΤ και κατήρτισε ένα πακέτο μέτρων σταθερότητας που άλλαξε ριζικά το δομικό πλαίσιο της τουρκικής οικονομίας και τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα με μέτρα εξυγίανσης των τραπεζών και των θεσμών, ο Ντερβίς χρησιμοποίησε το διεθνές του κύρος από τη θητεία του στην Παγκόσμια Τράπεζα για να δανεισθεί 20 δις δολάρια από την εν λόγω τράπεζα και το ΔΝΤ.  Τουρκία και ΔΝΤ είχαν υπογράψει συμφωνία το 1998, που παρείχε στον οργανισμό τη δυνατότητα στενής εποπτείας και ελέγχου της τουρκικής οικονομίας από ειδικό «κλιμάκιο της Τουρκίας» στα πλαίσια του ταμείου. Η χώρα αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο δανειστή του ΔΝΤ, λαμβάνοντας την περίοδο 19999-2008 46 δις δολάρια.
 Ωστόσο, η «ανάσταση» της Τουρκικής οικονομίας δεν επετεύχθη κυρίως χάρη στα δάνεια του ΔΝΤ, αλλά των βαθύτατων δομικών αλλαγών που ξεκίνησε ο Κεμάλ Ντερβίς και συνέχισαν οι δύο κυβερνήσεις του ΑΚΡ. Στο κέντρο του πακέτου σταθεροποίησης ήταν η περικοπή των κρατικών δαπανών, το πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, η μείωση των εταιρικών φόρων και αύξηση μιας σειράς άλλων, η αναμόρφωση της γραφειοκρατίας προς την κατεύθυνση της διευκόλυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας και των ξένων επενδύσεων και η ιδιωτικοποίηση των σημαντικότερων κρατικών επιχειρήσεων. Οι ιδιωτικοποιήσεις και μόνο απέφεραν πάνω από 20 δις δολάρια στο δημόσιο ταμείο την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΑΚΡ. Παράλληλα, η Τουρκία εγκατέλειψε τη σύνδεση της ισοτιμίας της λίρας με το καλάθι νομισμάτων που παρακολουθούσε, και η τιμή της αφέθηκε να καθορισθεί από την αγορά. Το γεγονός ωφέλησε σημαντικά τους Τούρκους εξαγωγείς, που έζησαν τη χρυσή εποχή τους ώσπου η διεθνής κρίση τους αποστέρησε από μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αγοράς. 

Πίσω από την πρωτοφανή για τα χρονικά της Τουρκικής Δημοκρατίας άνθηση της τουρκικής οικονομίας, ωστόσο, βρίσκεται, κατά γενική γνώμη των αναλυτών, η μαζική εισροή ξένων κεφαλαίων στη χώρα. Η κυβέρνηση Έρντογαν ακολούθησε μία πολιτική ιδιαίτερα φιλική προς το ξένο κεφάλαιο, απομακρύνοντας μεγάλο μέρος των νομικών περιορισμών που δυσκόλευαν τις ξένες επενδύσεις, και ενθαρρύνοντας την εξαγορά τουρκικών εταιριών. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στη χώρα έφθασαν κατά μέσο όρο τα 5 δις δολάρια το χρόνο. Η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης κατόρθωσε να μειώσει τον πληθωρισμό, που τη δεκαετία του 1990 κάλπαζε στο 70%, στο 12% το 2003. Το τραπεζικό σύστημα οχυρώθηκε με αυστηρούς κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας, ώστε οι τουρκικές τράπεζες – όσες γλίτωσαν την κρίση του 2000-2001 – να περάσουν αλώβητες τη διεθνή κρίση του 2008. Σήμερα μάλιστα, η κατάσταση έχει αναστραφεί, με τις τουρκικές τράπεζες να ερευνούν ευκαιρίες εξαγορών στο εξωτερικό. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις του ΑΚΡ ενθάρρυναν τις τουρκικές επιχειρήσεις να ψάξουν αγορές για τα προϊόντα τους στο εξωτερικό. Σήμερα, τα τουρκικά καταναλωτικά αγαθά, οι τουρκικές κατασκευαστικές έχουν σαρώσει τις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης, του Καυκάσου, της Μέσης Ανατολής, της Κεντρικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής.
Όπως σημειώνει το ίδιο το ΔΝΤ στις σχετικές με την Τουρκία εκθέσεις του, η θεαματική ανάκαμψη της Τουρκικής οικονομίας πραγματοποιήθηκε στις πλάτες των μισθωτών, που ανέλαβαν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του βάρους της σχετικής προσπάθειας. Τα μέτρα οδήγησαν σε θεαματική αύξηση της ανεργίας. Οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχουν ακόμη ανακάμψει από το πάγωμα του 2002, σημειώνεται στις εκθέσεις του οργανισμού. Παράλληλα, εκφράζεται ανησυχία για την «υπερβολική εξάρτηση» της οικονομικής ανάπτυξης στη χώρα από την εισροή ξένου κεφαλαίου, υπό τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων. Η εξάρτηση αυτή οδήγησε σε πτώση του ρυθμού ανάπτυξης λόγω της έλλειψης ρευστότητας στις αγορές μετά τη διεθνή κρίση του 2007. 
Αν ο πρωθυπουργός Έρντογαν δηλώνει πως η Τουρκία «μπορεί πια να προχωρήσει μόνη της και δε χρειάζεται δάνεια – δεκανίκια», πολλοί είναι οι Τούρκοι αναλυτές που δηλώνουν πως η Τουρκία «αποφοίτησε από τη σχολή του ΔΝΤ». Από το 2006, η ΕΕ χαρακτηρίζει την τουρκική οικονομία στις ετήσιες εκθέσεις της ως «λειτουργούσα οικονομία της αγοράς». Πριν την οικονομική κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και επέφερε μία έλλειψη ρευστότητας, οι ξένοι επενδυτές χαρακτήριζαν την Τουρκία «επενδυτικό παράδεισο». 

Ο παράδεισος αυτός της ελεύθερης και απαλλαγμένης από τη γραφειοκρατία, ταχύτατα αναπτυσσόμενης τουρκικής οικονομίας προκάλεσε και το ενδιαφέρον των ελληνικών επιχειρήσεων. Έτσι, η Εθνική Τράπεζα πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη εξαγορά ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό, αγοράζοντας την τουρκική Finansbank, ενώ η Eurobank ακολούθησε αποκτώντας την Tekfenbank. Ο όμιλος Υγεία εξαγόρασε τα ιδιωτικά νοσοκομεία Safak. Σήμερα όμως, η κατάσταση αντιστρέφεται, καθώς οι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν θησαυρίσει εκμεταλλευόμενες τις ευνοϊκές ευκαιρίες των τελευταίων ετών ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Πολλές τουρκικές επιχειρήσεις κοιτούν προς την ελληνική αγορά για ευκαιρίες εξαγορών επιχειρήσεων, που υπόσχονται ανάπτυξη στο μέλλον αλλά ενδεχομένως βρίσκονται σε δύσκολη θέση στην παρούσα οικονομική συγκυρία.
Μπορεί άραγε η τουρκική εμπειρία οικονομικής ανάκαμψης να αποτελέσει παράδειγμα για την Ελλάδα; Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί διεθνείς αναλυτές, την τουρκική κοινή γνώμη και τις κυβερνήσεις και των δύο χωρών. Η Τουρκία ήδη προσέφερε οικονομική αρωγή στην Ελλάδα, πρόταση που η κυβέρνηση Παπανδρέου απέρριψε. Η επίσκεψη του Τούρκου Υπουργού Οικονομικών και αντιπροέδρου της κυβερνήσεως Αλί Μπαμπατζάν στην Ελλάδα θεωρείται πως προετοιμάζει το έδαφος για την επερχόμενη επίσκεψη Έρντογαν το Μάιο, αλλά και εκείνο της ενδεχόμενης παροχής οικονομικών συμβουλών προς την κυβέρνηση της «χειμαζόμενης Ελλάδας». 

Πολλοί Τούρκοι αναλυτές ζήτησαν επίμονα από την κυβέρνηση Έρντογαν να παράσχει συμβουλές στην Ελλάδα, αλλά και οικονομική στήριξη. Στον τουρκικό τύπο έγινε συχνά λόγος για ανικανότητα της ΕΕ να συνδράμει ένα μέλλον που δεινοπαθεί, και εκφράσθηκαν πολλές φορές ανησυχίες ακόμη και για τη βιωσιμότητα της τελευταίας. Η Τουρκία έχει ηθικό χρέος, από την κοινή ιστορία των δύο λαών, να εμποδίσει τη γειτονική χώρα να «κατασθεί αποικία του ΔΝΤ», έγραψαν ουκ ολίγοι σχολιαστές. 

«Είναι εύλογο να μας στενοχωρεί η σημερινή κατάσταση στη γειτονική χώρα, με την οποία επιθυμούμε να εγκαθιδρύσουμε σχέσεις οικονομικής αλληλεξάρτησης και στρατηγικού εταίρου, στο χώρο της μεταφοράς ενέργειας και σε πολλούς άλλους. Ίσως στην παρούσα συγκυρία δημιουργείται το πεδίο για τουρκικές επιχειρήσεις να αγοράσουν ελληνικές, βοηθώντας τις να επιβιώσουν της κρίσης και να επιταχύνουν τους ρυθμούς αύξησής τους. Παράλληλα, εμείς που περάσαμε μία αντίστοιχη εμπειρία θα μπορούσαμε να προσφέρουμε την πείρα μας σε κυβερνητικό επίπεδο» είπε στο newstime.gr μέλος του οικονομικού επιτελείου του πρωθυπουργικού γραφείου. «Ωστόσο αντιλαμβάνομαι πως για πολλούς το ζήτημα είναι πολιτικό και για το λόγο αυτό δε θα επιθυμούσα να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, ούτε σε επώνυμο σχόλιο»πρόσθεσε.
Πηγή της ελληνικής κυβέρνησης είπε στο newstime.gr πως η βοήθεια της τουρκικής κυβέρνησης και ιδίως των Τούρκων επιχειρηματιών «είναι ευπρόσδεκτη, εφόσον γίνεται με καλές προθέσεις και όχι από δεσπόζουσα θέση». Δεν κατέστησε όμως σαφέστερο τι εννοούσε με το «καλές προθέσεις» και «δεσπόζουσα θέση». 

Τούρκοι αναλυτές που είναι πιο εξοικειωμένοι με την ελληνική πραγματικότητα αποδίδουν τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα στη διαφθορά, την κακοδιοίκηση και την απροθυμία των κυβερνήσεων να αναλάβουν το πολιτικό κόστος των μέτρων που απαιτούνται για την ανάκαμψη. Η δέσμη μέτρων που εξαγγέλθηκε χαρακτηρίσθηκε «γενναία, αλλά ανεπαρκής». Τούρκοι οικονομολόγοι τονίζουν πως τα μέτρα δεν καλύπτουν τους αγρότες και τους ελεύθερους επαγγελματίες, στις τάξεις των οποίων παρατηρείται η εντονότερη φοροδιαφυγή, ενώ συχνά γίνεται λόγος για την παραοικονομία και το υδροκέφαλο κράτος.  

Το πρώτο άμεσο συμπέρασμα της σύγκρισης των δύο περιπτώσεων είναι πως στην Ελλάδα λείπει ο τεχνοκράτης της εμβέλειας του Ντερβίς που θα αναλάμβανε το συντονισμό της εθνικής προσπάθειας οικονομικής εξυγίανσης. Λείπει η πολιτική και κοινωνική συναίνεση που γεννήθηκε στην Τουρκία όταν η χώρα έφθασε στο χείλος του γκρεμού, λείπουν οι συλλογικές επαγγελματικές οργανώσεις –  όπως η TUSIAD – και οι ΜΚΟ που θα συνεισέφεραν στο δημόσιο διάλογο και θα στήριξαν την κυβερνητική πρωτοβουλία να ληφθούν σκληρά και αντιδημοφιλή μέτρα. Και για πολλοστή φορά, ένα σοβαρότατο ζήτημα όπως η επαπειλούμενη χρεοκοπία της χώρας, καθίσταται αντικείμενο όχι συναίνεσης αλλά μικροκομματικής αντιπαράθεσης. Αν σε όλα αυτά προστεθεί το γεγονός ότι η Ελλάδα δε διαθέτει το βιομηχανικό και βιοτεχνικό οπλοστάσιο που έχει καταστήσει την Τουρκία χώρα – εξαγωγέα μιας εντυπωσιακής γκάμας προϊόντων και περιφερειακή οικονομική δύναμη, ενώ δεν μπορεί να λάβει μέτρα υποτίμησης του νομίσματός της όπως η Τουρκία το 2000-1 για να αντεπεξέλθει στην κρίση, τότε η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο επαχθής για τη χώρα μας. 
        

Είναι βιώσιμη η πορεία;

Το τελευταίο «Economist» επισημαίνει ότι η οικονομική κατάσταση στην ευρωζώνη επιδεινώνεται με υπαιτιότητα των Ευρωπαίων ηγετών, που φέρουν μεγάλο μέρος ευθύνης, γιατί στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής «έκαναν λίγα». Το έχουμε και εμείς επισημάνει κατά κόρον. Δεν υπάρχει μια ευρωπαϊκή στρατηγική αντιμετώπισης της «κρίσης χρέους». Μπαλώματα γίνονται χρονικής μετάθεσης του προβλήματος, έστω κι αν το κόστος τους δεν είναι και μικρό...

Οντως έχουμε να κάνουμε με «συντηρητικής κατεύθυνσης» ηγέτες, οι οποίοι μάλιστα βρίσκονται σε τροχιά μεγάλης αμφισβήτησης στις χώρες τους, όπου οι ενδείξεις είναι ότι η επανεκλογή τους είναι εξαιρετικά δύσκολη. Από τον Σαρκοζί και τη Μέρκελ μέχρι τον Μπερλουσκόνι. Και κάτι ακόμα: Ο αυτοτελής ρόλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχει εξαιρετικά «περιοριστεί» από τη Μέρκελ και τον Σαρκοζί, που επιβάλλουν στενές εθνικές πολιτικές της αρεσκείας τους, καθ' υπέρβαση του καλώς νοούμενου κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου. Εξ ου και μερικοί «ψυλλιασμένοι» Ελληνες πολιτικοί, με ευρωπαϊκή εμπειρία, όταν τους λες «Ευρώπη», σου απαντούν «ποια Ευρώπη;».
Το συμπέρασμα του «Economist» είναι ότι, παρά τα προγράμματα διάσωσης και τις ηρωικές περικοπές, οι οικονομίες της Ελλάδας και της Ιρλανδίας (ακολουθεί η Πορτογαλία) συρρικνώνονται ταχύτερα από το αναμενόμενο και οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, εκτιμώντας ότι έχουμε μπει σε μια «μη βιώσιμη πορεία».
Η ουσία του προβλήματος, όπως έχει εξελιχθεί, έχει δύο μέρη. Το ένα αφορά την Ελλάδα, δηλαδή το «τι θα κάνουμε εμείς». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που θα καθορίσει το μέλλον της χώρας σε πρώτη και τελευταία ανάλυση είναι οι μεταρρυθμίσεις, οι προσαρμογές, η αλλαγή σταδιακά του παραγωγικού μας μοντέλου, οι νέοι θεσμοί, οι νέες δομές, η αλλαγή νοοτροπίας κλπ. Μέχρι στιγμής, παρά τις σημαντικές προσπάθειες που κάνει η κυβέρνηση, υπάρχουν αρρυθμίες, καθυστερήσεις, έλλειψη ικανοτήτων, απροθυμίες, κόπωση κλπ.
Απουσιάζει επίσης ένα πνεύμα ευρύτερης πολιτικής συνεννόησης, που είναι απαραίτητος όρος για την αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης! Ολα αυτά πρέπει αμέσως να διορθωθούν.
Το άλλο μέρος του προβλήματος είναι η απροθυμία της ευρωπαϊκής ηγεσίας να αντιμετωπίσει «κατά μέτωπο» την κρίση χρέους. Χωρίς αυτό το «κρίσιμο συμπλήρωμα» η ελληνική προσπάθεια μοιάζει σαν μια «πορεία στα τυφλά». Προτάσεις έχουν γίνει πολλές. Βούληση δεν υπάρχει προς το παρόν. Αντίθετα έχουμε επιδείνωση, με την εξαγγελία της επικείμενης αύξησης των ευρωπαϊκών επιτοκίων και την «ολέθρια» στρεβλή λειτουργία του Μόνιμου Μηχανισμού Στήριξης (ESM), με την εμπλοκή ιδιωτών στην αναδιάρθρωση.
Απ' αυτή την άποψη έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι από τη μια μεριά η Ευρώπη με τις ανεπαρκείς αποφάσεις της «στρώνει το χαλί» στους Οίκους Αξιολόγησης και από την άλλη διερωτάται «πώς κάνουν τέτοιες αξιολογήσεις;» και τους καταγγέλλει...
Δεν ξέρω αν η αναμενόμενη τουριστική αύξηση το καλοκαίρι, η βελτίωση των εξαγωγών και οι αναπτυξιακές προσπάθειες που δρομολογούνται μπορούν να αλλάξουν κάπως το «κακό κλίμα».
Το πρόγραμμα που καλείται να υλοποιήσει η κυβέρνηση είναι εξαιρετικά βαρύ και οπωσδήποτε θα προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις. Η ύφεση και η ανεργία θα διευρυνθούν. Η ιδιωτική κατανάλωση θα συνεχίσει να συρρικνώνεται. Οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο εταιρείες σημείωσαν ρεκόρ ζημιών (3,1 δισ.) το 2010. Ενώ το κράτος χρωστάει παντού...
Ισως είναι μια στιγμή που ο κ. Παπανδρέου πρέπει να «κάνει ταμείο» και, αφού ξαναδεί το σύνολο των δεδομένων, να προχωρήσει σε τολμηρές πρωτοβουλίες.